Apis Mellifica
Allen - Keynotes of Leading Remedies · Henry C. Allen · 2,179 χαρακτήρες · πηγή ↗
Γενικά
Apis Mellifica. Δηλητήριο της μέλισσας (Apium virus.)
Προσαρμοσμένο σε στρουματώδες σωματότυπο· αδένες διευρυμένοι, σκληρυμένοι· σκίρρος ή ανοιχτός καρκίνος. Γυναίκες, ειδικά χήρες· παιδιά και κορίτσια που, αν και γενικά προσεκτικά, γίνονται αδέξια και αφήνουν πράγματα να πέφτουν όταν τα χειρίζονται (Bov.). Κακές επιπτώσεις από οξεία εξανθήματα ατελώς αναπτυγμένα ή κατασταλμένα (Zinc.)· ιλαρά, οστρακιά, κνίδωση. Κακίες από ζήλια, τρόμο, οργή, εκνευρισμό, κακά νέα.
Ευερέθιστο· νευρικό· ανήσυχο· δύσκολο να ευχαριστηθεί. Κλαυσιάρικη διάθεση· δεν μπορεί να συγκρατήσει τον κλαυθμό· αποθαρρυμένο, απελπισμένο (Puls.). Ξαφνικές λεπτές, διαπεραστικές κραυγές από παιδιά κατά τον ξύπνο ή τον ύπνο (Hellebore). Οίδημα· σακκοειδές, φουσκωμένο πρήξιμο κάτω από τα μάτια (πάνω από τα μάτια, Kali c.)· των χεριών και των ποδιών, ύδρωπας, χωρίς δίψα (με δίψα, Acet. ac., Apoc.).
Ακραία ευαισθησία στην αφή (Bell., Lach.). Πόνος: καυστικός, τσούξιμος, πληγές· μετακινείται ξαφνικά από ένα μέρος σε άλλο (Kali bi., Lac c., Puls.). Αποχή από δίψα: σε ανασαρκά· ασκίτη (Acetic acid, αλλά πρόσωπο πιο κηρώδες και μεγάλη δίψα). Ακράτεια ούρων, με μεγάλο ερεθισμό των μορίων· μόλις που μπορεί να συγκρατήσει τα ούρα μια στιγμή, και όταν αποβάλλονται καίνε έντονα· συχνά, επώδυνα, ολιγοστία, αιματηρά.
Δυσκοιλιότητα: αίσθηση στην κοιλιά σαν κάτι σφιχτό να έσπαζε αν χρησιμοποιούνταν μεγάλη προσπάθεια. Διάρροια: μεθυσμένων· σε εξανθηματικές νόσους, ειδικά αν το εξάνθημα έχει κατασταλεί· ακούσια από κάθε κίνηση, σαν ο πρωκτός να ήταν διάπλατα ανοιχτός (Phos.). Επηρεάζει τη δεξιά πλευρά· διεύρυνση ή ύδρωπας του δεξιού ωοθηκικού· δεξιού όρχεως. Επτασμός πυρετός· ρίγη 3 μ.μ., με δίψα, πάντα (Ign.)· < ζεστό δωμάτιο και από εξωτερική ζέστη (Thuja, 3 π.μ., και στις 3 μ.μ.).
Σχέσεις
Συμπληρωματικά: Nat. mur. Δεν συνδυάζεται, όταν χρησιμοποιείται είτε πριν είτε μετά το Rhus. Το Ars. και το Puls. ακολουθούν καλά το Apis. Έχει θεραπεύσει οστρακιανή λευματουρία αφού απέτυχαν τα Canth., Dig., Hell..
Επιδείνωση
Μετά τον ύπνο (Lach.)· κλειστά, ειδικά ζεσταμένα και θερμασμένα δωμάτια είναι αδύνατα να ανεχθεί· από βρέξιμο (Rhus), αλλά καλύτερα από πλύσιμο ή ύγρανση του μέρους με κρύο νερό.
Βελτίωση
Ανοιχτός αέρας· κρύο νερό ή κρύο λουτρό· αποκάλυψη· πόνοι από βήχα, περπάτημα ή αλλαγή θέσης· όταν κάθεται όρθια·