Ρευματισμός, οξύς· χρόνιος· βλεννορροϊκός
1 φάρμακα · πηγές: κλινικές λίστες Clarke (C), πίνακας αναφοράς Boger (B) · Rheumatism, acute; chronic; gonorrhoeal
Συναφείς παθήσεις
ΡευματισμόςΡευματισμός (s) (v)Ρευματισμοί, ΙσχιαλγίαΡευματισμοί, κρύο, βελτ.Ρευματισμοί, με κνίδωσηΡευματισμοί, ζεστός καιρόςΡευματισμοί, παράλυσηΡευματισμοί, αμυγδαλίτιδα, μετά απόΡευματισμός; χρόνιος; κληρονομικόςΡευματισμός· γοννορροϊκόςΡευματισμός· παραλυτικόςΡευματισμός· συφιλιδικός· βλεννορροϊκός