Ρευματισμοί, κρύο, βελτ.
2 φάρμακα · πηγές: κλινικές λίστες Clarke (C), πίνακας αναφοράς Boger (B) · Rheumatism, cold, amel
Συναφείς παθήσεις
ΡευματισμόςΡευματισμός (s) (v)Ρευματισμοί, ΙσχιαλγίαΡευματισμός, οξύς· χρόνιος· βλεννορροϊκόςΡευματισμοί, με κνίδωσηΡευματισμοί, ζεστός καιρόςΡευματισμοί, παράλυσηΡευματισμοί, αμυγδαλίτιδα, μετά απόΡευματισμός; χρόνιος; κληρονομικόςΡευματισμός· γοννορροϊκόςΡευματισμός· παραλυτικόςΡευματισμός· συφιλιδικός· βλεννορροϊκός