Ρευματισμοί, αμυγδαλίτιδα, μετά από
3 φάρμακα · πηγές: κλινικές λίστες Clarke (C), πίνακας αναφοράς Boger (B) · Rheumatism, tonsilitis, after
Συναφείς παθήσεις
ΡευματισμόςΡευματισμός (s) (v)Ρευματισμοί, ΙσχιαλγίαΡευματισμός, οξύς· χρόνιος· βλεννορροϊκόςΡευματισμοί, κρύο, βελτ.Ρευματισμοί, με κνίδωσηΡευματισμοί, ζεστός καιρόςΡευματισμοί, παράλυσηΡευματισμός; χρόνιος; κληρονομικόςΡευματισμός· γοννορροϊκόςΡευματισμός· παραλυτικόςΡευματισμός· συφιλιδικός· βλεννορροϊκός