Αρχική / Παθήσεις
Παθήσεις
Κλινικές ενδείξεις από το Λεξικό του Clarke και τον πίνακα αναφοράς του Synoptic Key του Boger.
- Ιεραλγία1 φάρμακα
- Ιερό οστό, μωλωπισμένος1 φάρμακα
- Ιερό οστό, πόνος στο6 φάρμακα
- Πόνοι στο ιερό οστό1 φάρμακα
- Ιερό οστό, προς μηρό2 φάρμακα
- Ιερό οστό, προς μηρό, αριστερά1 φάρμακα
- Ιερό οστό, προς μηρό, δεξιά1 φάρμακα
- Θλιμμένος, καταθλιπτικός5 φάρμακα
- Θλιμμένος, από φαγητό, επιδ.1 φάρμακα
- Θλιμμένος, κατά την αφύπνιση1 φάρμακα
- Σάλιο, βαμβακώδες3 φάρμακα
- Σάλιο, τρέχει, κατά τον πόνο, κεφαλαλγία κ.λπ.6 φάρμακα
- Σάλιο, στον ύπνο4 φάρμακα
- Σάλιο, αυξημένο, με ξηρότητα3 φάρμακα
- Σάλιο, έμμηνος ρύση, επιδ.1 φάρμακα
- Σάλιο, γαλακτώδης1 φάρμακα
- Σάλιο, ινώδες1 φάρμακα
- Σάλιο, αλμυρό1 φάρμακα
- Σάλιο, σαπουνώδες3 φάρμακα
- Σάλιο, ξινό2 φάρμακα
- Σάλιο, κολλώδες4 φάρμακα
- Σάλιο, πρέπει να καταπίνεται2 φάρμακα
- Σάλιο, πυκνό4 φάρμακα
- Σιελογόνοι αδένες5 φάρμακα
- Σιαλόρροια29 φάρμακα
- Σιαλόρροια (νυκτερινή)2 φάρμακα
- Σιαλόρροια (s)1 φάρμακα
- Σιαλόρροια, διαλείπουσα1 φάρμακα
- Σαλπιγγίτιδα1 φάρμακα
- Αλάτι, επιδ.3 φάρμακα
- Αλμυρός3 φάρμακα
- Αμμώδης6 φάρμακα
- Σαρκασμός, σάτιρα2 φάρμακα
- Σαρκοκήλη1 φάρμακα
- Σατυρίαση6 φάρμακα
- Δηλητηρίαση από λουκάνικα, αντίδοτο για1 φάρμακα
- Πριονισμός2 φάρμακα
- Ψώρα6 φάρμακα
- Ξηρή ψώρα1 φάρμακα
- Εφεστίδες1 φάρμακα
- Κηρίο του τριχωτού2 φάρμακα
- Τήγανη κεφαλής (favus)1 φάρμακα
- Επικαύματα3 φάρμακα
- Κράνη, υγρή, επιδ.1 φάρμακα
- Κράνη, πιτυρίδα1 φάρμακα
- Τριχωτό, έκζεμα1 φάρμακα
- Κράνη, εξάνθημα2 φάρμακα
- Κρανιακή επιδερμίδα, εξάνθημα στην1 φάρμακα
- Κράνη, σφιγμένη, σαν1 φάρμακα
- Κράνη, όζοι, κόμποι2 φάρμακα
- Κράνη, γαλακτική μάζα5 φάρμακα
- Κράνη, γαλακτική μάζα, διαβρωτική1 φάρμακα
- Κράνη, γαλακτική μάζα, δυσειδής1 φάρμακα
- Κράνη, μουδιασμένη, στη μία πλευρά1 φάρμακα
- Τριχωτό, επώδυνο1 φάρμακα
- Κράνος, ευαισθησία του1 φάρμακα
- Κράνη, δύσκαμπτη1 φάρμακα
- Κράνη, ιδρώνει2 φάρμακα
- Ωμοπλάτη, πόνος στην2 φάρμακα
- Ωμοπλάτη, πόνος κάτω από την1 φάρμακα
- Ωμοπλάτη, ρευματισμός της1 φάρμακα
- Ωμοπλάτες3 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μεταξύ4 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μεταξύ, πόνος3 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μεταξύ, σαν σπασμένο3 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μεταξύ, καύσος5 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μεταξύ, ψύχος5 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μεταξύ, σπασμός2 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μεταξύ, κοπές2 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μεταξύ, προς την καρδιά1 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μεταξύ, βαρύτητα5 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μεταξύ, μάζα5 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μεταξύ, ευαισθησία5 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μεταξύ, κατάποση, επιδ.2 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μεταξύ, αδύναμες1 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, διατρητικός πόνος, αριστερά5 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μωλωπισμένη (δεξιά)2 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, κάψιμο2 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, μυρμήγκιασμα (αριστερά)1 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, κοπής3 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, κοπής, στο χείλος της1 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, προς τα εμπρός από5 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, προς τα εμπρός από, αριστερά2 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, προς τα εμπρός από, δεξιά1 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, κνησμός (αριστερά)1 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, δεξιά4 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, σφύζουσα αίσθηση (αριστερά)1 φάρμακα
- Ωμοπλάτες, κάτω από1 φάρμακα
- Ουλή, φλεγμονώδης1 φάρμακα
- Οστρακιά34 φάρμακα
- Οστρακιά αγγειώδης2 φάρμακα
- Οστρακιά, κακοήθης2 φάρμακα
- Οστρακιά1 φάρμακα
- Ουλές4 φάρμακα
- Ουλές, παθήσεις των1 φάρμακα
- Ουλές, από έγκαυμα1 φάρμακα
- Κεφαλαλγία από μελέτη3 φάρμακα
- Ισχιακό νεύρο, ανιούσας πόνος2 φάρμακα
- Ισχιακό νεύρο, διατρητικός1 φάρμακα
- Ισχιακό νεύρο, βαθύς πόνος2 φάρμακα
- Ισχιακό νεύρο, ατροφικά μέρη2 φάρμακα
- Ισχιακό νεύρο, θερμότητα, επιδ.1 φάρμακα
- Ισχιακό νεύρο, θερμότητα, βελτ.2 φάρμακα
- Ισχιακό νεύρο, κίνηση, ανάγκη για5 φάρμακα
- Ισχιακό νεύρο, μούδιασμα, με3 φάρμακα
- Ισχιακό νεύρο, ισχιαλγία1 φάρμακα
- Ισχιακό νεύρο, διαπεραστικοί πόνοι4 φάρμακα
- Ισχιακό νεύρο, κάθισμα, επιδ.4 φάρμακα
- Ισχιακό νεύρο, διάστρεμμα, επιδ.1 φάρμακα
- Ισχιακό νεύρο, επαφή, επιδ.3 φάρμακα
- Ισχιακό νεύρο, βρεγμένος, μετά από2 φάρμακα
- Ισχιαλγία81 φάρμακα
- Σκίρρος1 φάρμακα
- Σκληρίαση1 φάρμακα
- Σκληρόδερμα3 φάρμακα
- Σκλήρυνση1 φάρμακα
- Σκληρίτιδα5 φάρμακα
- Μομφές, αποστόμιση7 φάρμακα
- Σκολίωση1 φάρμακα
- Σκαμμένος [[εμφάνιση]]2 φάρμακα
- Σκορβουτικές παθήσεις1 φάρμακα
- Σκορβούτος4 φάρμακα
- Ξύσιμο1 φάρμακα
- Ξεραμένος2 φάρμακα
- Κραυγές9 φάρμακα
- Κραυγές, παιδιών1 φάρμακα
- Κραυγές1 φάρμακα
- Κραυγές, τη νύχτα1 φάρμακα
- Κραυγές, στην επαφή2 φάρμακα
- Κραυγές, κατά την ούρηση2 φάρμακα
- Σφιγμένα μαζί2 φάρμακα
- Σκροφούλωση43 φάρμακα
- Σκροφούλωση, ερεθιστική3 φάρμακα
- Σκροφούλωση1 φάρμακα
- Σκροφουλώδεις παθήσεις1 φάρμακα
- Σκροφουλώδης εξάντληση1 φάρμακα
- Σκροφουλώδεις αδένες1 φάρμακα
- Σκροφουλώδης οφθαλμία3 φάρμακα
- Όσχεο, απόστημα του1 φάρμακα
- Όσχεο, εκδοφμένο1 φάρμακα
- Όσχεο, υγρό1 φάρμακα
- Όσχεο, κηλίδες1 φάρμακα
- Λεπίδες (σκούφα)1 φάρμακα
- Ξεφλούδιασμα1 φάρμακα
- Σκορβούτος32 φάρμακα
- Σκορβούτος (s)1 φάρμακα
- Σκορβουτικά ραχίτιδα1 φάρμακα
- Θαλάσσιος αέρας, βελτ.2 φάρμακα
- Θαλάσσια κολύμβηση, επιδράσεις της2 φάρμακα
- Ναυτία1 φάρμακα
- Ναυτία ταξιδιού13 φάρμακα
- Ναυτία ( seasickness)5 φάρμακα
- Θαλάσσια ταξίδια, επιδράσεις2 φάρμακα
- Σμηγματοειδείς κύστεις1 φάρμακα
- Σμηγματογόνοι όγκοι1 φάρμακα
- Σμηρροϊκή δερματίτιδα10 φάρμακα
- Σμηρροϊκή δερματίτιδα τριχωτού1 φάρμακα
- Εκκρίσεις1 φάρμακα
- Εαυτός [[κεντραρισμένος]], εγωιστικός, κ.λπ.1 φάρμακα
- Εαυτός, αυτομεμψία2 φάρμακα
- Εαυτός, βασανισμός4 φάρμακα
- Αυτοϊκανοποίηση11 φάρμακα
- Σπέρμα, αιματηρό1 φάρμακα
- Σπέρμα, επώδυνο2 φάρμακα
- Σπέρμα, πρόωρη εκσπερμάτιση1 φάρμακα
- Εκσπερμάτιση14 φάρμακα
- Εκσπερμάτιση, νυχτερινή1 φάρμακα
- Γηρατειά2 φάρμακα
- Γήρανση, πρόωρη1 φάρμακα
- Αισθήσεις, θαμπές2 φάρμακα
- Αισθήσεις, διαταραγμένες1 φάρμακα
- Αισθήσεις, ειδικές2 φάρμακα
- Αισθήσεις, εξαφάνιση, σαν2 φάρμακα
- Αισθήσεις, εξαφάνιση, από πόνο1 φάρμακα
- Αισθητικότητα, απώλεια1 φάρμακα
- Ευαίσθητος, ευεπηρέαστος κ.λπ.5 φάρμακα
- Ευαισθησία3 φάρμακα
- Αισθητήριο, καταβεβλημένο3 φάρμακα
- Αποχωρισμένος [[σαν]]5 φάρμακα
- Σήψη3 φάρμακα
- Σηπτικές νόσοι1 φάρμακα
- Σηψαιμία1 φάρμακα
- Ορογόνες μεμβράνες1 φάρμακα
- Δηλητηρίαση από αέρια υπονόμων2 φάρμακα
- Σεξουαλική ατονία, χαμένη επιθυμία1 φάρμακα
- Σεξουαλικές υπερβολές2 φάρμακα
- Επιδράσεις της σεξουαλικής υπερβολής3 φάρμακα
- Σεξουαλική διέγερση5 φάρμακα
- Σεξουαλικός ερεθισμός1 φάρμακα
- Σεξουαλική μανία1 φάρμακα
- Γεννητικά όργανα, φλεγμονή των· σπασμοί των1 φάρμακα
- Σεξουαλική διαστροφή3 φάρμακα
- Σεξουαλική δύναμη, μειωμένη1 φάρμακα
- Σεξουαλική αδυναμία4 φάρμακα
- Σεξουαλική, όρεξη, μειωμένη κ.λπ.1 φάρμακα
- Σεξουαλική, όρεξη, αυξημένη2 φάρμακα
- Σεξουαλική, διέγερση, μετά την έμμηνο ρύση1 φάρμακα
- Σεξουαλική, διέγερση, πριν από την έμμηνο ρύση2 φάρμακα
- Σεξουαλική, διέγερση, κατά την έμμηνο ρύση4 φάρμακα
- Σεξουαλική, εξάντληση2 φάρμακα
- Σεξουαλική, διάθεση2 φάρμακα
- Σεξουαλική, οργασμοί1 φάρμακα
- Σεξουαλική, απλή επαφή, επιδ.4 φάρμακα
- Σεξουαλική, ορμή, μάταιη1 φάρμακα
- Απότομη, πίεση1 φάρμακα
- Μετακίνηση, αιφνίδια1 φάρμακα
- Έρπης ζωστήρας1 φάρμακα
- Ρίγη2 φάρμακα
- Ρίγη4 φάρμακα
- Σοκ1 φάρμακα
- Σοκ, ψυχικό2 φάρμακα
- Σοκ, νευρικό4 φάρμακα
- Σοκ, χειρουργικό1 φάρμακα
- Σοκ, σαν από3 φάρμακα
- Διαπεραστικός7 φάρμακα
- Διαπεραστικός, παραλύτως πόνος2 φάρμακα
- Βραχύς [[σαν πολύ]]3 φάρμακα
- Ώμος (δεξ.), πόνοι σε1 φάρμακα
- Ώμος, παθήσεις του1 φάρμακα
- Ώμος, πόνοι στον1 φάρμακα
- Ώμος, δεξιός, πόνος στον1 φάρμακα
- Ώμος, ρευματισμός του2 φάρμακα
- Ώμοι2 φάρμακα
- Ώμοι, βήχας, επιδ. (αριστερά)1 φάρμακα
- Ώμοι, βαριοί4 φάρμακα
- Ώμοι, ψηλότερα, σαν (αριστερά)2 φάρμακα
- Ώμοι, αριστεροί1 φάρμακα
- Ώμοι, νύχτα, επιδ.2 φάρμακα
- Ώμοι, πόνος στους1 φάρμακα
- Ώμοι, ρευματισμός των1 φάρμακα
- Ώμοι, δεξιοί1 φάρμακα
- Θρυμματισμένος2 φάρμακα
- Ρίγος, από συναισθήματα, επιδ.1 φάρμακα
- Ρίγος, φρύξη7 φάρμακα
- Δειλία1 φάρμακα
- Κεφαλαλγία ναυτίας2 φάρμακα
- Αδιαθεσία, αίσθηση7 φάρμακα
- Ασθενής, λέει, δεν είναι3 φάρμακα
- Ασθενικός, ευαίσθητος1 φάρμακα
- Πόνος στο πλάι1 φάρμακα
- ριστερή πλευρά)1 φάρμακα
- Πλευρά, αριστερή1 φάρμακα
- Πλευρά, αριστερή, προς δεξιά1 φάρμακα
- Πλευρά, μία1 φάρμακα
- Πόνος στο πλάι6 φάρμακα
- Πλευρά, δεξιά2 φάρμακα
- Πλευρά, δεξιά, προς αριστερά1 φάρμακα
- Πλευρά, πάνω, επιδ.4 φάρμακα
- Αναστεναγμοί4 φάρμακα
- Όραση, παθήσεις2 φάρμακα
- Όραση, ελαττωματική1 φάρμακα
- Θέα, μαχαιριών, επιδ.1 φάρμακα
- Όραση, εξαφάνιση της1 φάρμακα
- Όραση, αδύναμη1 φάρμακα
- Σιγμοειδές, καρκίνος του1 φάρμακα
- Σιγμοειδής κώλη, πόνος μέσα1 φάρμακα
- Σιωπηλός1 φάρμακα
- Τραγούδισμα1 φάρμακα
- Σε μεμονωμένα μέρη1 φάρμακα
- Βύθιση2 φάρμακα
- Αίσθημα βύθισης1 φάρμακα
- Βύθιση, πτώση κ.λπ. [[αίσθημα]]2 φάρμακα
- Κόλποι2 φάρμακα
- Κάθισμα, επιθυμία για5 φάρμακα
- Κάθισμα, χέρια, στηρίζουν το σώμα1 φάρμακα
- Δέρμα5 φάρμακα
- Δερματικές παθήσεις1 φάρμακα
- Δερματική έκρηξη1 φάρμακα
- Δέρμα, ακμή1 φάρμακα
- Δέρμα, πάθηση του1 φάρμακα
- Δέρμα, παθήσεις του26 φάρμακα
- Δέρμα, εναλλάξ με6 φάρμακα
- Δέρμα, τσούξιμο1 φάρμακα
- Δέρμα, μαύρες και μπλε κηλίδες2 φάρμακα
- Δέρμα, αιμορραγεί στο ξύσιμο2 φάρμακα
- Δέρμα, με κηλίδες1 φάρμακα
- Δέρμα, γαλάζιο, προσβεβλημένα μέρη1 φάρμακα
- Δέρμα, γαλάζιο, από τραύμα5 φάρμακα
- Δέρμα, πιτυρώδες3 φάρμακα
- Δέρμα, καφέ (κηλίδες)2 φάρμακα
- Δέρμα, κάψιμο, ζέστη κ.λπ.4 φάρμακα
- Δέρμα, καμένο, ψημένο, σαν3 φάρμακα
- Δέρμα, ραγισμένο1 φάρμακα
- Δέρμα, υγρό-κρύο1 φάρμακα
- Δέρμα, κρύο2 φάρμακα
- Δέρμα, κρύο, επιδ.5 φάρμακα
- Δέρμα, κρύο, και ξηρό1 φάρμακα
- Δέρμα, κρύο, λουτρό, επιδ.2 φάρμακα
- Δέρμα, κρύο, παγωμένο1 φάρμακα
- Δέρμα, σαν έντομο ή σκουλήκι να σέρνεται κάτω από4 φάρμακα
- Δέρμα, σκοτεινότητα του1 φάρμακα
- Δέρμα, βρώμικο2 φάρμακα
- Δέρμα, νοσήματα του2 φάρμακα
- Δέρμα, σκοτεινό2 φάρμακα
- Δέρμα, άκρες6 φάρμακα
- Δέρμα, άκρες, κνησμός2 φάρμακα
- Δέρμα, εξανθήματα του2 φάρμακα
- Δέρμα, εξανθήματα2 φάρμακα
- Δέρμα, εκκρίσεις, δύσοσμες1 φάρμακα
- Δέρμα, καμπύλες/πτυχές1 φάρμακα
- Δέρμα, εύθραυστο1 φάρμακα
- Δέρμα, τριχωτό2 φάρμακα
- Δέρμα, σκληρό3 φάρμακα
- Δέρμα, δεν επουλώνεται, εξηλκώνεται, ανθυγιεινό4 φάρμακα
- Δέρμα, καυτό1 φάρμακα
- Δέρμα, εμβυθισμένο4 φάρμακα
- Δέρμα, εσωτερικά συμπτώματα, εναλλάξ με3 φάρμακα
- Δέρμα, χαλαρό1 φάρμακα
- Δέρμα, κακοήθεις φλεγμονές του1 φάρμακα
- Δέρμα, έμμηνος ρύση, επιδ.2 φάρμακα
- Δέρμα, μαρμαρωμένο2 φάρμακα
- Δέρμα, όζοι, κάτω από1 φάρμακα
- Δέρμα, μουδιασμένο, αναισθητοποιημένο2 φάρμακα
- Δέρμα, επώδυνο, στο κρύο4 φάρμακα
- Δέρμα, σαν περγαμηνή1 φάρμακα
- Δέρμα, απολέπιση1 φάρμακα
- Δέρμα, μυρμήγκιασμα, τσούξιμο1 φάρμακα
- Δέρμα, τρόμος, σπασμωδικές κινήσεις2 φάρμακα
- Δέρμα, τραχύ1 φάρμακα
- Δέρμα, τραχύ, ανομοιογενές4 φάρμακα
- Δέρμα, φολιδωτό, πιτυρώδες5 φάρμακα
- Δέρμα, ευαίσθητο1 φάρμακα
- Δέρμα, ευαίσθητο, επώδυνο3 φάρμακα
- Δέρμα, μαλακό3 φάρμακα
- Δέρμα, σφουγγαρόμορφο, μαραμένο2 φάρμακα
- Δέρμα, κηλίδες, μπλε4 φάρμακα
- Δέρμα, κηλίδες, καφέ2 φάρμακα
- Δέρμα, κηλίδες, χαλκού1 φάρμακα
- Δέρμα, κηλίδες, με χρωστική3 φάρμακα
- Δέρμα, κηλίδες, κόκκινες3 φάρμακα
- Δέρμα, κηλίδες, κόκκινες, αίμα1 φάρμακα
- Δέρμα, κηλίδες, κόκκινες, κρασί1 φάρμακα
- Δέρμα, τσούξιμο1 φάρμακα
- Δέρμα, πρησμένο1 φάρμακα
- Δέρμα, πρήξεις στο5 φάρμακα
- Δέρμα, μαυρισμένο1 φάρμακα
- Δέρμα, τεντωμένο1 φάρμακα
- Δέρμα, παχύ1 φάρμακα
- Δέρμα, ανθυγιεινό3 φάρμακα
- Δέρμα, πλύσιμο, λουστό, επιδ.1 φάρμακα
- Δέρμα, άνεμος, επιδ.1 φάρμακα
- Δέρμα, χρώματος οίνου1 φάρμακα
- Δέρμα, ρυτιδωμένο, ζαρωμένο1 φάρμακα
- Κρανίο, επώδυνο1 φάρμακα
- Ύπνος διαταραγμένος1 φάρμακα
- Ύπνος, παθολογικός5 φάρμακα
- Ύπνος, παθήσεις από στέρηση1 φάρμακα
- Ύπνος, βελτ.1 φάρμακα
- Ύπνος, απαντά και αμέσως αποκοιμιέται2 φάρμακα
- Ύπνος, αγχώδη όνειρα στον1 φάρμακα
- Ύπνος, αδυναμία να τον αποκτήσει2 φάρμακα
- Ύπνος, μικροΰπνοι1 φάρμακα
- Ύπνος, φωνάζει στον3 φάρμακα
- Ύπνος, την ημέρα, τη νύχτα αϋπνία3 φάρμακα
- Ύπνος, διαταραγμένος8 φάρμακα
- Ύπνος, διαταραχές του4 φάρμακα
- Ύπνος, ονειρικός1 φάρμακα
- Ύπνος, κατά τη διάρκεια, επιδ.1 φάρμακα
- Ύπνος, υπερβολικός2 φάρμακα
- Ύπνος, κατά τον ερχομό του1 φάρμακα
- Ύπνος, κατά τον ερχομό του, όνειρα ξύπνιου3 φάρμακα
- Ύπνος, σπασμοί, κατά τη διάρκεια5 φάρμακα
- Ύπνος, σπασμοί, κατά τον ερχομό του6 φάρμακα
- Ύπνος, γέλιο, κατά τη διάρκεια1 φάρμακα
- Ύπνος, ελαφρύς, ακούει κάθε ήχο7 φάρμακα
- Ύπνος, απώλεια1 φάρμακα
- Ύπνος, συντριπτική υπνηλία1 φάρμακα
- Ύπνος, πόνοι, κατά τη διάρκεια9 φάρμακα
- Ύπνος, ανήσυχος1 φάρμακα
- Ύπνος, ληθαργικός1 φάρμακα
- Ύπνος, αιφνίδιος1 φάρμακα
- Ύπνος, μη αναζωογονητικός3 φάρμακα
- Ύπνος, αφύπνιση και ερχομός του, και τα δύο, επιδ.1 φάρμακα
- Ύπνος, γόγγυρος κατά τον2 φάρμακα
- Υπνηλία3 φάρμακα
- Υπνηλία, την ημέρα1 φάρμακα
- Υπνηλία, ξαπλώματος στο πλάι (αριστερό)1 φάρμακα
- Υπνηλία, έμμηνος ρύση, απόντες1 φάρμακα
- Υπνηλία, με την έμμηνο ρύση1 φάρμακα
- Υπνηλία, πνευμονία, σε4 φάρμακα
- Υπνηλία, κόπρανα, μετά από1 φάρμακα
- Υπνηλία, αιφνίδια1 φάρμακα
- Αϋπνία1 φάρμακα
- Αϋπνία, μετά τις 3 π.μ.2 φάρμακα
- Αϋπνία, μεθυσμένων2 φάρμακα
- Αϋπνία, διέγερση, νευρική, επιδ.3 φάρμακα
- Αϋπνία, εξάντληση, επιδ.4 φάρμακα
- Αϋπνία, συμπτώματα καρδιάς1 φάρμακα
- Αϋπνία, ξαπλώματος στο πλάι (αριστερό)2 φάρμακα
- Αϋπνία, ανήσυχος εξαιτίας της2 φάρμακα
- Αϋπνία34 φάρμακα
- Υπνηλία, υπερβολική1 φάρμακα
- Ολισθαίνει προς τα κάτω, στο κρεβάτι1 φάρμακα
- Βλεννώδης1 φάρμακα
- Νέκρωση ιστών1 φάρμακα
- Ατημέλητος, ακατάστατος, φθαρμένος3 φάρμακα
- Αργός, νωθρός4 φάρμακα
- Μικρά [[σαν αντικείμενα, δωμάτια κ.λπ.]]4 φάρμακα
- Ευλογιά24 φάρμακα
- Ευλογιά (s)1 φάρμακα
- Ευλογιά Όραση, διαταραγμένη1 φάρμακα
- Ευλογιά, συνενωμένη1 φάρμακα
- Ευλογιά, αιμορραγική1 φάρμακα
- Μικρότερος, φαίνεται [[σώμα, άκρα κ.λπ.]]3 φάρμακα
- Καυστικός πόνος2 φάρμακα
- Καυστικά εξανθήματα1 φάρμακα
- Όσφρηση και γεύση, χαμένες6 φάρμακα
- Όσφρηση, διαταραχή της1 φάρμακα
- Όσφρηση, διαταραγμένη5 φάρμακα
- Όσφρηση, διαταραχές της2 φάρμακα
- Όσφρηση, ψευδαίσθηση της1 φάρμακα
- Όσφρηση, ψευδαισθήσεις της5 φάρμακα
- Όσφρηση, ψευδαισθήσεις της· απώλεια της1 φάρμακα
- Όσφρηση, απώλεια της1 φάρμακα
- Όσφρηση, απώλεια1 φάρμακα
- Όσφρηση, διαταραγμένη1 φάρμακα
- Όσφρηση, διαταραχή της αίσθησης1 φάρμακα
- Όσφρηση, υπερβολικά οξεία· διαταραγμένη1 φάρμακα
- Καπνός [[επιδ.]]1 φάρμακα
- Λείος1 φάρμακα
- Δήγμα φιδιού2 φάρμακα
- Δήγματα φιδιού8 φάρμακα
- Φίδια, φαντάζεται2 φάρμακα
- Ευέξαπτος1 φάρμακα
- Φτέρνισμα3 φάρμακα
- Φτέρνισμα, άκαρπο1 φάρμακα
- Φτέρνισμα, επιδ., ελάχιστη αποκάλυψη4 φάρμακα
- Φτέρνισμα, οσμές, επιδ.1 φάρμακα
- Φτέρνισμα, επίμονο2 φάρμακα
- Φτέρνισμα, βίαιο2 φάρμακα
- Φτέρνισμα, με θερμότητα1 φάρμακα
- Φτέρνισμα: κρίσεις· στο τέλος του βήχα1 φάρμακα
- Ροχαλητό3 φάρμακα
- Αέρας χιονιού [[επιδ.]]1 φάρμακα
- Κεφαλαλγία από χιόνι1 φάρμακα
- Συμφόρηση μύτης στα βρέφη1 φάρμακα
- Σουφρούρισμα5 φάρμακα
- Λυγμός, σπασμωδικός1 φάρμακα
- Πάτες, καίνε2 φάρμακα
- Πάτες, φαγούρα1 φάρμακα
- Πάτες, πόνοι στις1 φάρμακα
- Πάτες, ευαίσθητες4 φάρμακα
- Πάτες, φυσαλίδες2 φάρμακα
- Υπνοβατισμός9 φάρμακα
- Υπνηλία3 φάρμακα
- Πληγή8 φάρμακα
- Πληγή, μωλωπισμένος4 φάρμακα
- Πληγή, πόνοι, μετά5 φάρμακα
- Πονόλαιμος14 φάρμακα
- Πονόλαιμος, κακοήθης1 φάρμακα
- Ξινό7 φάρμακα
- Ξινό, πικρό2 φάρμακα
- Λάχανο τουρσί, επιδ.1 φάρμακα
- Σπινθήρες [[αίσθηση]]1 φάρμακα
- Σπασμός4 φάρμακα
- Σπασμός, κλονικός και τονικός εναλλάξ2 φάρμακα
- Σπασμός, εκφυλιστικός1 φάρμακα
- Σπασμός, οδοντοφυΐα, επιδ.2 φάρμακα
- Σπασμός, πόνος, επιδ.6 φάρμακα
- Σπασμός, ουραιμικός1 φάρμακα
- Σπασμός, σκώληκες4 φάρμακα
- Σπασμωδικές συσπάσεις1 φάρμακα
- Σπασμοί17 φάρμακα
- Σπαστική παράλυση3 φάρμακα
- Οσφυαλγία των αλόγων (spavin)1 φάρμακα
- Καθαίρεση οστών σε ίππους1 φάρμακα
- Ομιλία, διαταραχές της2 φάρμακα
- Ομιλία, διακοπή της1 φάρμακα
- Ομιλία, ψελλισμός1 φάρμακα
- Ομιλία, ελαττωματική1 φάρμακα
- Ομιλία, δύσκολη2 φάρμακα
- Ομιλία, διαταραγμένη1 φάρμακα
- Ομιλία, διαταραγμένη· τραυλισμός1 φάρμακα
- Ομιλία, δυσχερής2 φάρμακα
- Ομιλία, δυσχερής1 φάρμακα
- Ομιλία, με τραντάγματα1 φάρμακα
- Ομιλία, απώλεια6 φάρμακα
- Ομιλία, μιλώντας κ.λπ. [[επιδ.]]3 φάρμακα
- Ομιλία, πηχτή7 φάρμακα
- Σπερματικός πόρος1 φάρμακα
- Σπερματικός τόνος, νευραλγία του2 φάρμακα
- Σπερματικός τόνος, πόνος στον3 φάρμακα
- Σπερματικός πόρος, πληγή4 φάρμακα
- Σπερματικός δεσμός, παθήσεις του1 φάρμακα
- Σπερματικά σχοινία, νευραλγία των1 φάρμακα
- Σπερματικοί τόνοι, πόνοι σε αυτούς1 φάρμακα
- Σπερματικά σχοινία, διόγκωση των1 φάρμακα
- Σπερματόρροια28 φάρμακα
- Σφιγκτήρες2 φάρμακα
- Σφιγκτήρες, παράλυση των1 φάρμακα
- Σφιγκτήρες, χαλάρωση των1 φάρμακα
- Σπονδυλοσχίδης3 φάρμακα
- Νωτιαίες παθήσεις1 φάρμακα
- Σπονδυλική καρίαση1 φάρμακα
- Διάσειση σπονδυλικής στήλης1 φάρμακα
- Νωτιαίος μυελός, διάταση μέσα1 φάρμακα
- Νωτιαίος μυελός, πόνοι στο1 φάρμακα
- Νωτιαία εξάντληση1 φάρμακα
- Νωτιαία ερεθισμός30 φάρμακα
- Νωτιαία διέγερση (του αυχένα)1 φάρμακα
- Νωτιαία διέγερση (p)1 φάρμακα
- Σπονδυλικοί πόνοι1 φάρμακα
- Σπονδυλική πάρεση1 φάρμακα
- Σκλήρυνση του νωτιαίου μυελού6 φάρμακα
- Νωτιαία αδυναμία1 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη4 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, κύφωση του Pott2 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, πάθηση της1 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, παθήσεις της5 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, κάψιμο, θερμότητα κ.λπ.3 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, καρίαση της1 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, υπεραιματωμένη1 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, υπεραιμία της3 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, καμπυλότητα της3 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, κοπή, προς τα πάνω1 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, κατερχόμενη3 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, νόσοι της1 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, νόσοι της· σκλήρυνση της· όγκος της1 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, καυτό σίδερο1 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, παγωμένες βελόνες μέσα2 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, κακώσεις3 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, κάκωση της1 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, νευραλγία της1 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, πόνος στη1 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, πόνοι στη5 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, ευαίσθητη4 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, σεξουαλικές υπερβολές, επιδ.1 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, κηλίδες, μέσα1 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, μυρμήγκιασμα1 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, πάνω και κάτω2 φάρμακα
- Σπονδυλική στήλη, αδυναμία της1 φάρμακα
- Πτύσμα5 φάρμακα
- Σπλήνας7 φάρμακα
- Παθήσεις σπληνός1 φάρμακα
- Πόνος σπλήνα2 φάρμακα
- Πάθηση του σπλήνα33 φάρμακα
- Σπλήνας, παθήσεις του· σκλήρυνση του1 φάρμακα
- Σπλήνας, συμφόρηση του2 φάρμακα
- Σπλήνας, διόγκωση του6 φάρμακα
- Σπλήν, διόγκωση του5 φάρμακα
- Σπλήνας, νευραλγία του1 φάρμακα
- Σπλήνας, πόνος στον16 φάρμακα
- Σπλήνας, πόνοι στον7 φάρμακα
- Σπλήνας, διόγκωση του· σκλήρυνση του1 φάρμακα
- Σπλήνας, διόγκωση1 φάρμακα
- Σπληνικός βήχας1 φάρμακα
- Σπληναλγία3 φάρμακα
- Σπληνικός πυρετός1 φάρμακα
- Σπληνίτιδα2 φάρμακα
- Σκάφη [[σαν]]4 φάρμακα
- Του μιλούν, απευθύνονται, επιδ.1 φάρμακα
- Κηλίδες6 φάρμακα
- Κηλίδες, κρύες3 φάρμακα
- Κηλίδες, υγρές1 φάρμακα
- Κηλίδες, επώδυνες, ερεθισμένες4 φάρμακα
- Κηλιδωτός πυρετός2 φάρμακα
- Διάστρεμμα4 φάρμακα
- Διαστρεμμένος2 φάρμακα
- Distorsions13 φάρμακα
- Σπρού1 φάρμακα
- Σφιξίματος, κράμπα1 φάρμακα
- Στραβισμός1 φάρμακα
- Σφαδάζει1 φάρμακα
- Ταλαντεύσεις1 φάρμακα
- Λεκέδες, σταθεροί4 φάρμακα
- Λεκέδες, κίτρινοι5 φάρμακα
- Τραυλισμός25 φάρμακα
- Στέκεται, στο κεφάλι [[σαν]]1 φάρμακα
- Σταφύλωμα2 φάρμακα
- Αιφνίδιες συσπάσεις4 φάρμακα
- Αιφνίδιες συσπάσεις1 φάρμακα
- Αρχίζει, πόνος, επιδ.2 φάρμακα
- Στάση1 φάρμακα
- Κατάσταση επιληπτική1 φάρμακα
- Στεάτωμα1 φάρμακα
- Περπατάει, ψηλά7 φάρμακα
- Στειρότητα20 φάρμακα
- Στέρνο1 φάρμακα
- Στέρνο, προς την πλάτη2 φάρμακα
- Στέρνο, βαρύτητα1 φάρμακα
- Στέρνο, εξόγκωμα6 φάρμακα
- Στέρνο, πόνος σε αυτό2 φάρμακα
- Στέρνο, πόνος στο1 φάρμακα
- Στέρνο, πόνοι3 φάρμακα
- Στέρνο, πίεση στο1 φάρμακα
- Στέρνο, κάτω από4 φάρμακα
- Στητότης1 φάρμακα
- Κολλώδες, εναλλασσόμενο4 φάρμακα
- Δυσκίνητος6 φάρμακα
- Δυσκίνητος, πόνος, επιδ.1 φάρμακα
- Δυσκαμψία αυχένα25 φάρμακα
- Τεντώνεται3 φάρμακα
- Τσικνίσματα4 φάρμακα
- Τσικνίσματα, κάψιμο1 φάρμακα
- Τσιμπήματα7 φάρμακα
- Κεντρίσματα [[μέλισσες, έντομα]]3 φάρμακα
- Σουβλιά στο πλάι1 φάρμακα
- Σουβλιές2 φάρμακα
- Σουβλιές, πλευρές, οσφύς κ.λπ.8 φάρμακα
- Σουβλιές, πλευρές, οσφύς κ.λπ. δεξιά3 φάρμακα
- Στοματίτιδα2 φάρμακα
- Βήχας στομαχικός1 φάρμακα
- Στομάχι, παθήσεις του13 φάρμακα
- Στομάχι, άγχος, συναισθήματα4 φάρμακα
- Στομάχι, προς τα πίσω2 φάρμακα
- Στομάχι, καρκίνος του5 φάρμακα
- Στομάχι, κατάρρος του2 φάρμακα
- Στομάχι, προς το στήθος1 φάρμακα
- Στομάχι, κράμπες στο1 φάρμακα
- Στομάχι, κράμπα, σφίξιμο κ.λπ.2 φάρμακα
- Στομάχι, κοπές1 φάρμακα
- Στομάχι, πέψη, διαταραγμένη1 φάρμακα
- Στομάχι, διαταραγμένο3 φάρμακα
- Στομάχι, διαταραχές του4 φάρμακα
- Στομάχι, διάταση του; έλκωση του1 φάρμακα
- Στομάχι, ξηρότητα στο1 φάρμακα
- Στομάχι, φαγητό, βελτ.3 φάρμακα
- Στομάχι, φαγητό, χωρίς ανακούφιση1 φάρμακα
- Στομάχι, κενό, αδύναμο1 φάρμακα
- Στομάχι, κενό, αδύναμο, στις 11 π.μ.4 φάρμακα
- Στομάχι, διευρυμένο2 φάρμακα
- Στομάχι, απλώνεται προς4 φάρμακα
- Στομάχι, πυρετός, επιδ.1 φάρμακα
- Στομάχι, κατεργαριές1 φάρμακα
- Στομάχι, κατεργαριές, φαγητό, βελτ.2 φάρμακα
- Στομάχι, σφιξίματα1 φάρμακα
- Στομάχι, βαρύ, βάρος, πίεση κ.λπ.1 φάρμακα
- Στομάχι, πάγος2 φάρμακα
- Στομάχι, φλεγμονή1 φάρμακα
- Στομάχι, εξόγκωμα5 φάρμακα
- Στομάχι, ξάπνωμα, πλευρά (αριστερή), βελτ.1 φάρμακα
- Στομάχι, γάλα, βελτ.3 φάρμακα
- Στομάχι, νεύρωση του1 φάρμακα
- Στομάχι, υπερφόρτωση, επιδ.2 φάρμακα
- Στομάχι, πώμα1 φάρμακα
- Στομάχι, σκασμένο2 φάρμακα
- Στομάχι, αντανακλάσεις1 φάρμακα
- Στομάχι, προς τον ώμο (δεξιά)1 φάρμακα
- Στομάχι, όξινο5 φάρμακα
- Στομάχι, σημείο στο5 φάρμακα
- Στομάχι, σουβλιές, επιδ. από την κίνηση2 φάρμακα
- Στομάχι, πέτρες στο7 φάρμακα
- Στομάχι, κόπρανα, επιδ.1 φάρμακα
- Στομάχι, εφίδρωση στο1 φάρμακα
- Στομάχι, σφύζων πόνος2 φάρμακα
- Στομάχι, τρέμουλο1 φάρμακα
- Στομάχι, έλκος1 φάρμακα
- Στομάχι, ελκώσεις του1 φάρμακα
- Στομάχι, προς τα πάνω από2 φάρμακα
- Στοματίτιδα16 φάρμακα
- Στοματίτιδα, ελκωτική1 φάρμακα
- Πέτρα στην ουροδόχο κύστη1 φάρμακα
- Φθίση των λατομείων1 φάρμακα
- Λατομείο εργάτες (φθίση)2 φάρμακα
- Κόπρανα, ερεθιστικά1 φάρμακα
- Κόπρανα, ερεθιστικά, καταστρέφουν τις τρίχες1 φάρμακα
- Κόπρανα, κατά εναλλακτικές ημέρες4 φάρμακα
- Κόπρανα, σπονδυλωτά2 φάρμακα
- Κόπρανα, μπαλάκια, από3 φάρμακα
- Κόπρανα, χολώδη3 φάρμακα
- Κόπρανα, μαύρα2 φάρμακα
- Κόπρανα, μαύρα, δύσοσμα και3 φάρμακα
- Κόπρανα, συμπτώματα κύστης με1 φάρμακα
- Κόπρανα, μόνο αίμα4 φάρμακα
- Κόπρανα, αιματηρά3 φάρμακα
- Κόπρανα, αιματηρά, νερό1 φάρμακα
- Κόπρανα, μπλε2 φάρμακα
- Κόπρανα, πρωινό, επιδ.2 φάρμακα
- Κόπρανα, καφέ εκρήξεις2 φάρμακα
- Κόπρανα, καύση, ζεστά3 φάρμακα
- Κόπρανα, κρύα1 φάρμακα
- Κόπρανα, κρυολογήματα, επιδ.2 φάρμακα
- Κόπρανα, χρώματα, διάφορα5 φάρμακα
- Κόπρανα, θρυμματώδη4 φάρμακα
- Κόπρανα, πηγματισμένα, τυρώδη2 φάρμακα
- Κόπρανα, σκούρα2 φάρμακα
- Κόπρανα, διάρροια, μετά ρευματισμός1 φάρμακα
- Κόπρανα, δύσκολα αν και μαλακά3 φάρμακα
- Κόπρανα, με διούρηση1 φάρμακα
- Κόπρανα, πόσιμο, επιδ.4 φάρμακα
- Κόπρανα, με ύδρωπα1 φάρμακα
- Κόπρανα, νωρίς το πρωί2 φάρμακα
- Κόπρανα, νωρίς το πρωί, μετά την έγερση2 φάρμακα
- Κόπρανα, φαγητό, επιδ.3 φάρμακα
- Κόπρανα, σαν χαλασμένα αυγά1 φάρμακα
- Κόπρανα, μετεωριστικά, αέρια, θορυβώδη, πτυσσόμενα5 φάρμακα
- Κόπρανα, αέρια, αποβολή τους, επιδ.2 φάρμακα
- Κόπρανα, επιπλέουν2 φάρμακα
- Κόπρανα, νηματοειδή1 φάρμακα
- Κόπρανα, αφρώδη6 φάρμακα
- Κόπρανα, αφρώδη, με υδαρή ρινίτιδα8 φάρμακα
- Κόπρανα, αφρώδη, εκρήξεις3 φάρμακα
- Κόπρανα, δύσοσμα, σάπια4 φάρμακα
- Κόπρανα, ζελατινώδη3 φάρμακα
- Κόπρανα, γυαλίζουν3 φάρμακα
- Κόπρανα, γυαλίζουν, σωματίδια3 φάρμακα
- Κόπρανα, κοκκώδη, αμμώδη7 φάρμακα
- Κόπρανα, γκρίζα1 φάρμακα
- Κόπρανα, πράσινα2 φάρμακα
- Κόπρανα, πράσινα, σκούρα1 φάρμακα
- Κόπρανα, πράσινα, χόρτο1 φάρμακα
- Κόπρανα, πράσινα, με αφρό4 φάρμακα
- Κόπρανα, πράσινα, τσάι1 φάρμακα
- Κόπρανα, πράσινα, αλλάζουν χρώμα6 φάρμακα
- Κόπρανα, βγαίνουν με γουργούρισμα3 φάρμακα
- Κόπρανα, εκτινάσσονται1 φάρμακα
- Κόπρανα, κομμένα σε κομμάτια2 φάρμακα
- Κόπρανα, βαριά1 φάρμακα
- Κόπρανα, συγκρατούνται3 φάρμακα
- Κόπρανα, συμπιεσμένα4 φάρμακα
- Κόπρανα, αναποτελεσματική ώθηση για1 φάρμακα
- Κόπρανα, ακούσια1 φάρμακα
- Κόπρανα, ακούσια, κατά την ούρηση1 φάρμακα
- Κόπρανα, με σβώλους1 φάρμακα
- Κόπρανα, σαν αλεύρι1 φάρμακα
- Κόπρανα, έμμηνος ρύση, επιδ.3 φάρμακα
- Κόπρανα, γάλα, επιδ.2 φάρμακα
- Κόπρανα, γαλακτώδη1 φάρμακα
- Κόπρανα, παραμορφωμένα, με γωνίες, τετράγωνα κ.λπ.2 φάρμακα
- Κόπρανα, με βλέννα2 φάρμακα
- Κόπρανα, βλέννα, μετά από3 φάρμακα
- Κόπρανα, επικαλυμμένα με βλέννα1 φάρμακα
- Κόπρανα, βλέννα, πράσινη6 φάρμακα
- Κόπρανα, βλέννα, σε σβώλους2 φάρμακα
- Κόπρανα, λασπώδη, σαν βρώμικο νερό κ.λπ.5 φάρμακα
- Κόπρανα, μαλακά σαν πολτός2 φάρμακα
- Κόπρανα, μαλακά σαν πολτός, κίτρινα1 φάρμακα
- Κόπρανα, με μούχλα1 φάρμακα
- Κόπρανα, νευρικά1 φάρμακα
- Κόπρανα, νυχτερινά1 φάρμακα
- Κόπρανα, λιπαρά4 φάρμακα
- Κόπρανα, πορτοκαλί, σαν σάλτσα ντομάτας κ.λπ.1 φάρμακα
- Κόπρανα, πόνος, πολύ μετά από4 φάρμακα
- Κόπρανα, ανώδυνα2 φάρμακα
- Κόπρανα, διαπεραστική οσμή3 φάρμακα
- Κόπρανα, περισταλτισμός, ανενεργός4 φάρμακα
- Κόπρανα, πετάγονται έξω1 φάρμακα
- Κόπρανα, σαν πλαστελίνη2 φάρμακα
- Κόπρανα, υποχωρούν5 φάρμακα
- Κόπρανα, κόκκινα1 φάρμακα
- Κόπρανα, πρέπει να αφαιρεθούν6 φάρμακα
- Κόπρανα, σαν νερό ρυζιού2 φάρμακα
- Κόπρανα, αναφύηση, μετά από2 φάρμακα
- Κόπρανα, με βουητό1 φάρμακα
- Κόπρανα, τρέχουν μέσα από την πάνα2 φάρμακα
- Κόπρανα, σαν σαγκό2 φάρμακα
- Κόπρανα, με άμμο2 φάρμακα
- Κόπρανα, με αφρό1 φάρμακα
- Κόπρανα, σαν κόπρανα προβάτου3 φάρμακα
- Κόπρανα, με ίνες3 φάρμακα
- Κόπρανα, όρθια στάση, βελτ.1 φάρμακα
- Κόπρανα, σαν άμυλο1 φάρμακα
- Κόπρανα, κολλώδη5 φάρμακα
- Κόπρανα, πρέπει να σφίξει4 φάρμακα
- Κόπρανα, με νήματα, σκληρά3 φάρμακα
- Κόπρανα, σαν σαπουνάφρομα5 φάρμακα
- Κόπρανα, καλοκαίρι, επιδ.2 φάρμακα
- Κόπρανα, σαν πίσσα4 φάρμακα
- Κόπρανα, σχίζουν τον πρωκτό2 φάρμακα
- Κόπρανα, τριγωνικά4 φάρμακα
- Κόπρανα, αχώνευτα3 φάρμακα
- Κόπρανα, αχώνευτα, καφέ2 φάρμακα
- Κόπρανα, ανεπαρκή (δεν ικανοποιούν)5 φάρμακα
- Κόπρανα, ώθηση, σπασμός1 φάρμακα
- Κόπρανα, ώθηση, μόνο αέρια, αποβολή1 φάρμακα
- Κόπρανα, ώθηση, άκαρπη1 φάρμακα
- Κόπρανα, ώθηση, στον ύπνο1 φάρμακα
- Κόπρανα, κατά την ούρηση2 φάρμακα
- Κόπρανα, υδαρή1 φάρμακα
- Κόπρανα, κηρώδη2 φάρμακα
- Κόπρανα, κίτρινα1 φάρμακα
- Κόπρανα, κίτρινα, φωτεινά2 φάρμακα
- Κόπρανα, κίτρινα, νερό2 φάρμακα
- Καταιγίδες, μετά από, επιδ.1 φάρμακα
- Σόμπα, θερμότητα, βελτ.3 φάρμακα
- Στραβισμός22 φάρμακα
- Στραβισμός (δεξ.)1 φάρμακα
- Στραβισμός (δεξιός εσωτερικός)1 φάρμακα
- Στραβισμός αποκλίνων1 φάρμακα
- Στραβισμός, αποκλίνων1 φάρμακα
- Διαστρέμματα5 φάρμακα
- Πνιγμός (στένωση)1 φάρμακα
- Στραγγουρία21 φάρμακα
- Ραβδώσεις4 φάρμακα
- Στρεπτόκοκκος, λοίμωξη1 φάρμακα
- Στένωση6 φάρμακα
- Στένωση, σπασμωδική1 φάρμακα
- Στένωση, ουρηθρική1 φάρμακα
- Στενώσεις2 φάρμακα
- Ινώδες (σαν νήματα)6 φάρμακα
- Βρογχοκήλη2 φάρμακα
- Δηλητηρίαση από στρυχνίνη2 φάρμακα
- Επιμένον2 φάρμακα
- Συμφορημένο [[αίσθηση]]2 φάρμακα
- Κολοβωμένο άκρο, ευερέθιστο1 φάρμακα
- Κομμένο άκρο (στόμπος), επώδυνο1 φάρμακα
- Κολοβώματα, νευραλγία σε1 φάρμακα
- Τραυλισμός1 φάρμακα
- Κριθή9 φάρμακα
- Κριθαρίδες10 φάρμακα
- Υποεπανάληψη μήτρας1 φάρμακα
- Θηλασμός, επιδ.2 φάρμακα
- Αιφνίδιο4 φάρμακα
- Αιφνίδιο, μεταβαλλόμενο3 φάρμακα
- Πνιγμός, κρίσεις1 φάρμακα
- Καλοκαίρι1 φάρμακα
- Ήλιος, επιπτώσεις του2 φάρμακα
- Ήλιος, φως, επιδ.4 φάρμακα
- Ήλιος, φως, βελτ.1 φάρμακα
- Κεφαλαλγία από ήλιο3 φάρμακα
- Κεφαλαλγίες από ήλιο1 φάρμακα
- Έγκαυμα από ήλιο1 φάρμακα
- Ηλιοβασίλεμα, επιδ.3 φάρμακα
- Ηλιοβασίλεμα, βελτ.1 φάρμακα
- Ηλιοβασίλεμα, έως την ανατολή ηλίου2 φάρμακα
- Ηλίαση23 φάρμακα
- Ηλίαση, χρόνιες συνέπειες της1 φάρμακα
- Στήριξη, βελτ. [[με το να ακουμπά σε]]4 φάρμακα
- Κατασταλμένα εξανθήματα, κακές επιπτώσεις τους1 φάρμακα
- Κατασταλμένα εξανθήματα, επιπτώσεις των1 φάρμακα
- Κατασταλμένη έμμηνος ρύση1 φάρμακα
- Καταστολή3 φάρμακα
- Καταστολές1 φάρμακα
- Εξύμωση10 φάρμακα
- Εξύπνωση (s)1 φάρμακα
- Εξύπωση, απόστημα4 φάρμακα
- Εξύπωση, βαθιά1 φάρμακα
- Εξύπωση, επικείμενη, κατασταλμένη, κ.λπ.4 φάρμακα
- Εξύπωση, αργή1 φάρμακα
- Υπερτροχιλιτική νευραλγία1 φάρμακα
- Χειρουργικός πυρετός1 φάρμακα
- Ύποπτος1 φάρμακα
- Κατάποση [[επιδ.]]4 φάρμακα
- Κατάποση, βελτ.1 φάρμακα
- Κατάποση, συνεχής1 φάρμακα
- Κατάποση, συνεχής κατά την ομιλία1 φάρμακα
- Κατάποση, πόσιμο, πρέπει να4 φάρμακα
- Κατάποση, κενή [[επιδ.]]1 φάρμακα
- Κατάποση, υγρά, επιδ.2 φάρμακα
- Κατάποση, υγρά, βελτ.2 φάρμακα
- Κατάποση, υγρά, ζεστά, βελτ.1 φάρμακα
- Κατάποση, θορυβώδης3 φάρμακα
- Κατάποση, επώδυνη6 φάρμακα
- Κατάποση, ανώδυνη1 φάρμακα
- Κατάποση, στον ύπνο1 φάρμακα
- Κατάποση, στερεά, επιδ.2 φάρμακα
- Κατάποση, στερεά, βελτ.4 φάρμακα
- Κατάποση, πνιγμός2 φάρμακα
- Αντηχών1 φάρμακα
- Περιστροφή/ταλάντευση [[επιδ.]]1 φάρμακα
- Εφίδρωση2 φάρμακα
- Εφίδρωση, επιδ.1 φάρμακα
- Εφίδρωση, επίσης εύκολη3 φάρμακα
- Εφίδρωση, βελτ.3 φάρμακα
- Εφίδρωση, ρίγος, εναλλασσόμενη με5 φάρμακα
- Εφίδρωση, ρίγος, ακολουθούμενη από3 φάρμακα
- Εφίδρωση, ρίγος, με1 φάρμακα
- Εφίδρωση, κρύα και υγρή3 φάρμακα
- Εφίδρωση, κρύα1 φάρμακα
- Εφίδρωση, κρύα, βήχας, επιδ.1 φάρμακα
- Εφίδρωση, κρυολογήματα, από1 φάρμακα
- Εφίδρωση, συντροφιά, επιδ.1 φάρμακα
- Εφίδρωση, βήχας, επιδ.3 φάρμακα
- Εφίδρωση, εξαντλητική1 φάρμακα
- Ιδρώτας, υπερβολικός1 φάρμακα
- Εφίδρωση, με ρεύματα5 φάρμακα
- Εφίδρωση, καρδιακά συμπτώματα, με1 φάρμακα
- Εφίδρωση, καυτή, καυσαία1 φάρμακα
- Ιδρώτας, τοπικός1 φάρμακα
- Εφίδρωση, ξαπλωμένος στα δεξιά, επιδ.1 φάρμακα
- Εφίδρωση, έμμηνος ρύση, επιδ.2 φάρμακα
- Εφίδρωση, κίνηση, επιδ.1 φάρμακα
- Εφίδρωση, με μούχλα2 φάρμακα
- Εφίδρωση, νευρική2 φάρμακα
- Εφίδρωση, νύχτα6 φάρμακα
- Εφίδρωση, δυσώδης6 φάρμακα
- Εφίδρωση, λιπαρή2 φάρμακα
- Εφίδρωση, κρεμμύδια, σκόρδο κ.λπ., σαν4 φάρμακα
- Εφίδρωση, πόνοι, επιδ.3 φάρμακα
- Εφίδρωση, μερική1 φάρμακα
- Εφίδρωση, μέρη, γυμνά, στα1 φάρμακα
- Εφίδρωση, μέρη, γυμνά, στα, άνω1 φάρμακα
- Ιδρώτας, άφθονος1 φάρμακα
- Εφίδρωση, αφθονη, κατακλυστική3 φάρμακα
- Εφίδρωση, παρατεταμένη1 φάρμακα
- Εφίδρωση, ανακούφιση, χωρίς7 φάρμακα
- Εφίδρωση, αλατούχες αποθέσεις1 φάρμακα
- Εφίδρωση, ολιγοστεής1 φάρμακα
- Εφίδρωση, σε κηλίδες3 φάρμακα
- Εφίδρωση, ατμώδης1 φάρμακα
- Εφίδρωση, κολλώδης2 φάρμακα
- Εφίδρωση, σκληραίνει, κάλτσες, λινά1 φάρμακα
- Εφίδρωση, κόπρανα, επιδ.2 φάρμακα
- Εφίδρωση, άνω μέρη1 φάρμακα
- Εφίδρωση, οσμώδης ούρων2 φάρμακα
- Ιδρώτας, ιξώδης1 φάρμακα
- Εφίδρωση, πλύσιμο, βελτ.1 φάρμακα
- Ιδρώτας1 φάρμακα
- Γλυκιάς γεύσης1 φάρμακα
- Οίδημα, απόν, στα προσβεβλημένα ή φλεγμονώδη μέρη5 φάρμακα
- Οίδημα, χαλαρό2 φάρμακα
- Οίδημα, αίσθηση, μεγάλος, σαν να είναι3 φάρμακα
- Οίδημα, σκληρό6 φάρμακα
- Οίδημα, υποχωρούν8 φάρμακα
- Αιώρηση [[σαν]]1 φάρμακα
- Σύκωση17 φάρμακα
- Σύκωση Hahnemanni2 φάρμακα
- Σύκωση του πηγουνιού1 φάρμακα
- Σύκωση, κατασταλμένη4 φάρμακα
- Συκωτική διάθεση1 φάρμακα
- Συκωτικές εκβλαστήσεις1 φάρμακα
- Συμμετρικός1 φάρμακα
- Σύμπτωμα, ομάδες, επαναλαμβανόμενες6 φάρμακα
- Λιποθυμία2 φάρμακα
- Συνοβίτιδα2 φάρμακα
- Σύφιλη81 φάρμακα
- Σύφιλη (s)1 φάρμακα
- Σύφιλη των νεύρων1 φάρμακα
- Σύφιλις, φαγηδαινικό2 φάρμακα
- Συφιλιδική κώφωση1 φάρμακα
- Συφιλιδικά εξανθήματα2 φάρμακα
- Συφιλιτικοί πόνοι1 φάρμακα
- Συφιλιδικός πονόλαιμος2 φάρμακα
- Συριγγομυελία1 φάρμακα