Αρχική / Παθήσεις
Παθήσεις
Κλινικές ενδείξεις από το Λεξικό του Clarke και τον πίνακα αναφοράς του Synoptic Key του Boger.
- Άσχημος [[στη συμπεριφορά]]4 φάρμακα
- Έλκος2 φάρμακα
- Έλκος, άλω, σκούρα2 φάρμακα
- Έλκος, άλω, οι μικρότερες4 φάρμακα
- Έλκος, μαύρο1 φάρμακα
- Έλκος, αιμορραγικό5 φάρμακα
- Έλκος, από αιματωμένο νερό2 φάρμακα
- Έλκος, γαλαζωπό4 φάρμακα
- Έλκος, ανοίγει και επουλώνεται, υποτροπιάζει2 φάρμακα
- Έλκος, καυσαλγικό2 φάρμακα
- Έλκος, συνουσία, επιδ1 φάρμακα
- Έλκος, τεμαχιστικό1 φάρμακα
- Έλκος, βαθύ4 φάρμακα
- Έλκος, στιγμωτό3 φάρμακα
- Έλκος, σε υδρωπικά άτομα7 φάρμακα
- Έλκος, χείλος, υπέρκειτο1 φάρμακα
- Έλκος, εκρεόμενο4 φάρμακα
- Έλκος, θερμότητα, βελτ.5 φάρμακα
- Έλκος, κηροειδές (κυψελωτό)1 φάρμακα
- Έλκος, ακανόνιστο2 φάρμακα
- Έλκος, ταχέως εξελισσόμενο, κακοήθη6 φάρμακα
- Έλκος, στρογγυλό3 φάρμακα
- Έλκος, σκαμμένο1 φάρμακα
- Έλκος, διαφραγματικό3 φάρμακα
- Έλκος, μικρό, κ.λπ1 φάρμακα
- Έλκος, κατασταλμένο2 φάρμακα
- Έλκος, συφιλιδικό4 φάρμακα
- Έλκος, κιρσοειδές2 φάρμακα
- Ελκοποίηση7 φάρμακα
- Ελκώσεις2 φάρμακα
- Έλκη80 φάρμακα
- Έλκη (s)1 φάρμακα
- Έλκη, κακής καταστάσεως1 φάρμακα
- Έλκη, κακοήθη1 φάρμακα
- Έλκη, κιρσώδη· ισχυρά1 φάρμακα
- Ομφαλός, απόστημα του· κήλη του1 φάρμακα
- Ομφαλός, φλεγμονή του1 φάρμακα
- Ομφαλός, διαρροή υγρών από1 φάρμακα
- Ομφαλός, πόνος στον1 φάρμακα
- Απώλεια συνείδησης, παρατεταμένη3 φάρμακα
- Αγροίκος2 φάρμακα
- Αποκάλυψη (απογύμνωση), ελάχιστη, επιδ4 φάρμακα
- Μη πραγματικό [[όλα φαίνονται]]1 φάρμακα
- Ups, παθήσεις των1 φάρμακα
- Ουραιμία14 φάρμακα
- Ουραιμικοί σπασμοί1 φάρμακα
- Ουρητήρας, πόνος μέσα1 φάρμακα
- Ουρητήρες, σπασμός1 φάρμακα
- Ουρητήρες, πόνος από πληγή2 φάρμακα
- Ουρήθρα, απόστημα2 φάρμακα
- Ουρήθρα, αιμορραγεί μετά την ούρηση3 φάρμακα
- Ουρήθρα, κάψιμο2 φάρμακα
- Ουρήθρα, κάψιμο, πριν από την ούρηση1 φάρμακα
- Ουρήθρα, κοπές2 φάρμακα
- Ουρήθρα, έκκριμα επιμένει1 φάρμακα
- Ουρήθρα, έκκριμα, μετά την ούρηση1 φάρμακα
- Ουρήθρα, πόνος έλξης1 φάρμακα
- Ουρήθρα, εκβλαστήσεις1 φάρμακα
- Ουρήθρα, βαρύτητα1 φάρμακα
- Ουρήθρα, ερεθισμός της1 φάρμακα
- Ουρήθρα, φαγούρα2 φάρμακα
- Ουρήθρα, ιππασία, επιδ.1 φάρμακα
- Ουρήθρα, σπασμός της1 φάρμακα
- Ουρήθρα, σπασμωδική στένωσή της2 φάρμακα
- Ουρήθρα, στένωση1 φάρμακα
- Ουρήθρα, στένωση6 φάρμακα
- Ουρήθρα, στένωση της· χρόνια φλεγμονή της1 φάρμακα
- Ουρήθρα, στάζοντας5 φάρμακα
- Ουρήθρα, περπάτημα, επιδ.1 φάρμακα
- Ουρηθρικό καρκίνωμα (caruncle)2 φάρμακα
- Ουρηθρικός πυρετός1 φάρμακα
- Ουρηθρίτιδα9 φάρμακα
- Ανάγκη [[για κόπρανα ή ούρηση]]4 φάρμακα
- Ουρικό οξύ, διάθεση3 φάρμακα
- Ουρική διάθεση, λιθαιμία4 φάρμακα
- Ουρικό οξύ, κατακρήμνιση1 φάρμακα
- Ουρικό οξύ, υπερβολική ποσότητα1 φάρμακα
- Ουραιχαιμία1 φάρμακα
- Ουρολογικές παθήσεις2 φάρμακα
- Ουρολιθίαση1 φάρμακα
- Ουροποιητικές διαταραχές1 φάρμακα
- Ουροποιητικές διαταραχές8 φάρμακα
- Ουροποιητικά όργανα6 φάρμακα
- Ουροποιητικά όργανα, εναλλάξ με ρευματικά συμπτώματα1 φάρμακα
- Ούρηση, πριν, επιδ., κλαίει κ.λπ.4 φάρμακα
- Ούρηση, κάψιμο3 φάρμακα
- Ούρηση, κατά τον βήχα4 φάρμακα
- Ούρηση, κοπές2 φάρμακα
- Ούρηση, καθυστερημένη1 φάρμακα
- Ούρηση, δύσκολη, της λοχείας1 φάρμακα
- Ούρηση, δυσκολία στην1 φάρμακα
- Ούρηση, διπλωμένος στα δύο, βελτ.1 φάρμακα
- Ούρηση, στάγδην4 φάρμακα
- Ούρηση, στάγδην, γηρατιολογική2 φάρμακα
- Ούρηση, μετά την πόση2 φάρμακα
- Ούρηση, δυσουρία, σταγόνα σταγόνα4 φάρμακα
- Ούρηση, συχνή1 φάρμακα
- Ούρηση, με κεφαλαλγία1 φάρμακα
- Ούρηση, βιαστική, ξαφνική1 φάρμακα
- Ούρηση, ακούσια, ξαπλωμένος, επιδ.3 φάρμακα
- Ούρηση, ακούσια, κατά το σηκώνεται1 φάρμακα
- Ούρηση, νευρική3 φάρμακα
- Ούρηση, επώδυνη3 φάρμακα
- Ούρηση, πόνοι, επιδ.1 φάρμακα
- Ούρηση, άφθονη, πολυουρία κ.λπ.3 φάρμακα
- Ούρηση, άφθονη, πολυουρία κ.λπ., πόνος [[κατά τη διάρκεια]]1 φάρμακα
- Ούρηση, ιππασία, βελτ.1 φάρμακα
- Ούρηση, αίσθηση, χωρίς2 φάρμακα
- Ούρηση, καθισμένος, επιδ.1 φάρμακα
- Ούρηση, αργή5 φάρμακα
- Ούρηση, σε ριπές3 φάρμακα
- Ούρηση, όρθιος, βελτ.4 φάρμακα
- Ούρηση, με κόπρανα, πιέζει, βελτ.4 φάρμακα
- Ούρηση, σταματά και ξαναρχίζει, διακεκομμένη2 φάρμακα
- Ούρηση, ρεύμα, λεπτό1 φάρμακα
- Ούρηση, πολύ συχνή1 φάρμακα
- Ούρηση, αδυναμία, στη συνέχεια4 φάρμακα
- Ούρηση, λευκή στο τέλος1 φάρμακα
- Ούρα, ανώμαλα5 φάρμακα
- Ούρα, ανωμαλίες των1 φάρμακα
- Ούρα, ερεθιστικές2 φάρμακα
- Ούρα, αλκαλικά1 φάρμακα
- Ούρα, αμμωνιακές2 φάρμακα
- Ούρα, αρωματικές1 φάρμακα
- Ούρα, μαύρα4 φάρμακα
- Ούρα, αιματηρά5 φάρμακα
- Ούρα, σκούρες1 φάρμακα
- Ούρα, σκούρες, με νιφάδες1 φάρμακα
- Ούρα, ίζημα στα1 φάρμακα
- Ούρα, ιζήματα στα1 φάρμακα
- Ούρα, δυσκολία αποβολής· ακράτεια1 φάρμακα
- Ούρα, διαταραγμένα2 φάρμακα
- Ούρα, διαταραχές των4 φάρμακα
- Ούρα, υπερβολική ποσότητα1 φάρμακα
- Ούρα, υπερβολικά1 φάρμακα
- Ούρα, δύσοσμα1 φάρμακα
- Ούρα, ινώδη1 φάρμακα
- Ούρα, οσμή ψαριού· ακράτεια1 φάρμακα
- Ούρα, δυσοσμίες2 φάρμακα
- Ούρα, συχνή απέκκριση1 φάρμακα
- Ούρα, συχνή απέκκριση1 φάρμακα
- Ούρα, αφρώδη2 φάρμακα
- Ούρα, με αέρια1 φάρμακα
- Ούρα, πράσινα1 φάρμακα
- Ούρα, σαν αλόγου2 φάρμακα
- Ούρα, υστερική κατακράτηση των1 φάρμακα
- Ούρα, ακράτεια14 φάρμακα
- Ούρα, αύξηση1 φάρμακα
- Ούρα, αυξημένα· έντονα1 φάρμακα
- Ούρα, προκαλούντα κνησμό1 φάρμακα
- Ούρα, γαλακτώδη2 φάρμακα
- Ούρα, περισσότερα από τα υγρά που πίνονται1 φάρμακα
- Ούρα, δυσώδη1 φάρμακα
- Ούρα, οξαλουρία3 φάρμακα
- Ούρα, με μεμβράνη στην επιφάνεια1 φάρμακα
- Ούρα, φωσφορικά1 φάρμακα
- Ούρα, άφθονα1 φάρμακα
- Ούρα, άφθονα, βελτ.3 φάρμακα
- Ούρα, άφθονα και ολιγοουρία, εναλλάξ6 φάρμακα
- Ούρα, άφθονα, σε ύδρωπα1 φάρμακα
- Ούρα, άφθονα, με αιμορραγία7 φάρμακα
- Ούρα, άφθονα, επιδ. κεφαλαλγίας1 φάρμακα
- Ούρα, άφθονα, με έμμηνο ρύση2 φάρμακα
- Ούρα, πυοώδη1 φάρμακα
- Ούρα, κόκκινα1 φάρμακα
- Ούρα, κατακράτηση, κατά τον τοκετό1 φάρμακα
- Ούρα, κατακράτηση· καταστολή (St.)1 φάρμακα
- Ούρα, κατακράτηση4 φάρμακα
- Ούρα, ολιγοουρία9 φάρμακα
- Ούρα, ολιγοουρία, μετά κεφαλαλγία2 φάρμακα
- Ούρα, ολιγοουρία; κατακράτηση1 φάρμακα
- Ούρα, ίζημα, μαύρο2 φάρμακα
- Ούρα, ίζημα, πιτυρώδες4 φάρμακα
- Ούρα, ίζημα, σαν καφέ υπολείμματα1 φάρμακα
- Ούρα, ίζημα, φολιδωτό1 φάρμακα
- Ούρα, ίζημα, άμμος1 φάρμακα
- Ούρα, ίζημα, ασβεστώδες1 φάρμακα
- Ούρα, ίζημα, αλευρώδες6 φάρμακα
- Ούρα, ίζημα, ροδοκόκκινο1 φάρμακα
- Ούρα, ίζημα, άμμος2 φάρμακα
- Ούρα, ίζημα, κολλώδες2 φάρμακα
- Ούρα, με θραύσματα1 φάρμακα
- Ούρα, βλεννώδη1 φάρμακα
- Ούρα, καπνιά1 φάρμακα
- Ούρα, τάση για αποβολή τους1 φάρμακα
- Ούρα, έντονη οσμή1 φάρμακα
- Ούρα, κατασταλμένα4 φάρμακα
- Ούρα, κατακράτησή τους4 φάρμακα
- Ούρα, κατακράτηση τους· κατακράτηση2 φάρμακα
- Ούρα, θολά, με ίζημα1 φάρμακα
- Ούρα, επιθυμία για ούρηση1 φάρμακα
- Ούρα, [[μυρίζουν σαν]] βαλεριάνα1 φάρμακα
- Οσμή ούρων3 φάρμακα
- Κνίδωση41 φάρμακα
- Κνίδωση φυματώδης1 φάρμακα
- Κνίδωση, με ασκαρίδες1 φάρμακα
- Κνίδωση, με ηπατικά συμπτώματα3 φάρμακα
- Κνίδωση, από θαλασσινά1 φάρμακα
- Κνίδωση· οζώδης1 φάρμακα
- Παθήσεις της μήτρας1 φάρμακα
- Ατονία μήτρας1 φάρμακα
- Μετάθεση μήτρας1 φάρμακα
- Μητρική αιμορραγία1 φάρμακα
- Νευραλγία της μήτρας1 φάρμακα
- Συγγενείς πόνοι1 φάρμακα
- Πολύποδας μήτρας1 φάρμακα
- Σπασμός μήτρας1 φάρμακα
- Μήτρα5 φάρμακα
- Μήτρα, έκτρωση (3ος μήνας)1 φάρμακα
- Πάθηση της μήτρας15 φάρμακα
- Μήτρα, παθήσεις της· μετατοπίσεις της· υποεπανάληψη της1 φάρμακα
- Μήτρα, παθήσεις της· μετατοπίσεις της· όγκοι της1 φάρμακα
- Μήτρα, παθήσεις της; πρόπτωση της2 φάρμακα
- Μήτρα, αέρας στη1 φάρμακα
- Μήτρα, ατονία της1 φάρμακα
- Μήτρα, αίσθημα βύθισης προς τα κάτω2 φάρμακα
- Μήτρα, αίσθημα βάρους προς τα κάτω2 φάρμακα
- Μήτρα, αίσθημα βυθίσματος· πτώση· φλεγμονή1 φάρμακα
- Μήτρα, αιμορραγία από τη2 φάρμακα
- Μήτρα, καρκίνος7 φάρμακα
- Μήτρα, καρκίνος της3 φάρμακα
- Μήτρα, καρκίνος της· νευραλγία της1 φάρμακα
- Μήτρα, καρκίνος· πρόπτωση1 φάρμακα
- Μήτρα, υπεραιμία της1 φάρμακα
- Μήτρα, σπασμοί σε1 φάρμακα
- Μήτρα, σπασμοί στην· αίσθηση καθίζησης1 φάρμακα
- Μήτρα, κοπές1 φάρμακα
- Μήτρα, νόσοι της1 φάρμακα
- Μήτρα, μετατοπίσεις της1 φάρμακα
- Μήτρα, διευρυμένη5 φάρμακα
- Μήτρα, κόπωση της1 φάρμακα
- Μήτρα, θυλακιώδης φλεγμονή της1 φάρμακα
- Μήτρα, πλήρης2 φάρμακα
- Μήτρα, ροκανισμός1 φάρμακα
- Μήτρα, αιμορραγία από; ατονία της1 φάρμακα
- Μήτρα, αιμορραγία από· σκλήρυνση της1 φάρμακα
- Μήτρα, αιμορραγίες· παθήσεις· καρκίνος1 φάρμακα
- Μήτρα, βαριά3 φάρμακα
- Μήτρα, υπερπλασία της1 φάρμακα
- Μήτρα, το πρωί2 φάρμακα
- Μήτρα, σκλήρυνση της2 φάρμακα
- Μήτρα, σκληρύνσεις της· σκίρρος της1 φάρμακα
- Μήτρα, αδρανής7 φάρμακα
- Μήτρα, ατονία της1 φάρμακα
- Μήτρα, ατονία· νευραλγία· πτώση1 φάρμακα
- Μήτρα, φλεγμονή2 φάρμακα
- Μήτρα, φλεγμονή της· καρκίνος της· δυσώδης έκκριση από1 φάρμακα
- Μήτρα, εκτοπή της1 φάρμακα
- Μήτρα, μετατοπίσεις της· πτώση της· οπισθοκλινής (?)1 φάρμακα
- Μήτρα, νευραλγία της1 φάρμακα
- Μήτρα, μούδιασμα1 φάρμακα
- Μήτρα, θηλασμός, επιδ.3 φάρμακα
- Μήτρα, τραχύς στόμιος3 φάρμακα
- Μήτρα, πόνος στη2 φάρμακα
- Μήτρα, πόνος στη· σκλήρυνση της1 φάρμακα
- Μήτρα, πόνος στην· πτώση της1 φάρμακα
- Μήτρα, πόνοι στην2 φάρμακα
- Μήτρα, πτώση5 φάρμακα
- Μήτρα, πρόπτωση14 φάρμακα
- Μήτρα, πρόπτωση της· ευαισθησία της· (όγκος της)1 φάρμακα
- Μήτρα, πτώση της1 φάρμακα
- Μήτρα, πτώση της· πολύποδας της1 φάρμακα
- Μήτρα, αντανακλαστικά7 φάρμακα
- Μήτρα, σηπτική4 φάρμακα
- Μήτρα, βυθισμένη· υδαρή1 φάρμακα
- Μήτρα, πληγή3 φάρμακα
- Μήτρα, σπογγώδης (τράχηλος)1 φάρμακα
- Μήτρα, σουβλιές1 φάρμακα
- Μήτρα, υποπλασία4 φάρμακα
- Μήτρα, πρησμένη5 φάρμακα
- Μήτρα, όγκοι της1 φάρμακα
- Μήτρα, όγκοι της· αιμορραγία από1 φάρμακα
- Μήτρα, έλκος3 φάρμακα
- Μήτρα, ελκωμένη1 φάρμακα
- Μήτρα· σπασμοί σε αυτή· πτώση της1 φάρμακα
- Μήτρα· φλεγμονή της· πτώση της1 φάρμακα
- Σταφυλή, παθήσεις της1 φάρμακα
- Σταφυλή, καύσος στη1 φάρμακα
- Στεφάνη, στάζοντας3 φάρμακα
- Σταφυλή, επιμηκυσμένη3 φάρμακα
- Στεφάνη, επιμηκυσμένη, χαλαρή1 φάρμακα
- Στηλίδα, διογκωμένη· ελκωμένη1 φάρμακα
- Στεφάνη, οίδημα4 φάρμακα
- Στεφάνη, σε μία πλευρά, κρέμεται προς2 φάρμακα
- Στεφάνη, σε μία πλευρά, κρέμεται προς, δεξιά1 φάρμακα
- Σταφυλή, πόνος1 φάρμακα
- Σταφυλή, χαλαρή1 φάρμακα
- Στεφάνη, πρησμένη1 φάρμακα
- Σταφυλή, πρησμένη1 φάρμακα
- Στεφάνη, ελκωμένη1 φάρμακα