Αρχική / Παθήσεις
Παθήσεις
Κλινικές ενδείξεις από το Λεξικό του Clarke και τον πίνακα αναφοράς του Synoptic Key του Boger.
- Μεσεντεριακή φθίση8 φάρμακα
- Ταχυκαρδία1 φάρμακα
- Σιωπηλός1 φάρμακα
- Ομιλία [[επιδ.]]1 φάρμακα
- Ομιλία, αδυναμία3 φάρμακα
- Ομιλία, γρήγορη1 φάρμακα
- Ομιλία, ανάγκη2 φάρμακα
- Ομιλία, προβλήματα, των δικών της2 φάρμακα
- Ταινία1 φάρμακα
- Ταινία15 φάρμακα
- Δήγματα Tarentula1 φάρμακα
- Σαν πίσσα1 φάρμακα
- Κύστεις ταρσού2 φάρμακα
- Ταρσοί, όγκοι των1 φάρμακα
- Ταρσοί, έκζεμα1 φάρμακα
- Ταρσοί, φλεγμονή3 φάρμακα
- Ταρσοί, φλύκταινες1 φάρμακα
- Ταρσοί, ερυθροί2 φάρμακα
- Ταρσοί, λεπιοειδείς3 φάρμακα
- Ταρσοί, παχιοί1 φάρμακα
- Τρυγία1 φάρμακα
- Γεύση διαταραγμένη1 φάρμακα
- Γεύση, ανώμαλη1 φάρμακα
- Γεύση, αλλοιωμένη7 φάρμακα
- Γεύση, κακή1 φάρμακα
- Γεύση, πικρή3 φάρμακα
- Γεύση, πικρή, ξινή6 φάρμακα
- Γεύση, σαν τυρί1 φάρμακα
- Γεύση, βήχας, επιδ.3 φάρμακα
- Γεύση, διαταραγμένη1 φάρμακα
- Γεύση, διαταραγμένη11 φάρμακα
- Γεύση, διαταραγμένη (s)1 φάρμακα
- Γεύση, διαταραχές της1 φάρμακα
- Γεύση, σαν ψάρι1 φάρμακα
- Γεύση, λιπαρή4 φάρμακα
- Γεύση, ψευδαισθήσεις της1 φάρμακα
- Γεύση, απώλεια του1 φάρμακα
- Γεύση, απώλεια1 φάρμακα
- Γεύση, χαμένη, διαστρεβλωμένη· ψευδαισθήσεις της1 φάρμακα
- Γεύση, χαμένη· διαταραγμένη1 φάρμακα
- Γεύση, μεταλλική, σαν χαλκός, κ.λπ.5 φάρμακα
- Γεύση, μουχλιασμένη1 φάρμακα
- Γεύση, καυτερή1 φάρμακα
- Γεύση, σάπια, βρώμικη3 φάρμακα
- Γεύση, αλμυρή1 φάρμακα
- Γεύση, γλυκιά3 φάρμακα
- Γεύση, σαν ξύλο1 φάρμακα
- Γεύση: διεστραμμένη· χαμένη1 φάρμακα
- Τσάι, επιδράσεις του6 φάρμακα
- Δάκρυα3 φάρμακα
- Δάκρυα, καυτά2 φάρμακα
- Δάκρυα, προκαλούν κνησμό2 φάρμακα
- Δάκρυα, μουσική, επιδ.1 φάρμακα
- Δάκρυα, πόνοι [[επιδ.]]1 φάρμακα
- Δάκρυα, αφήνουν σημάδι σαν βερνίκι6 φάρμακα
- Δόντια1 φάρμακα
- Δόντια, απόστημα στις ρίζες5 φάρμακα
- Δόντια, οξέα, επιδ.1 φάρμακα
- Δόντια, παθήσεις των2 φάρμακα
- Δόντια, παθήσεις των (v)1 φάρμακα
- Δόντια, αέρας, επιδ.2 φάρμακα
- Δόντια, δάγκωμα, βελτ.5 φάρμακα
- Δόντια, μαύρα2 φάρμακα
- Δόντια, θαμπά3 φάρμακα
- Δόντια, τερηδόνα των6 φάρμακα
- Δόντια, τερηδονισμένα2 φάρμακα
- Δόντια, τρίζουν1 φάρμακα
- Δόντια, σφίξιμο2 φάρμακα
- Δόντια, σαν να είναι επαλειμμένα3 φάρμακα
- Δόντια, κρύο, βελτ.1 φάρμακα
- Δόντια, κρυολογήματα, επιδ.1 φάρμακα
- Δόντια, θρυμματίζονται2 φάρμακα
- Δόντια, φθορά, στις πλευρές1 φάρμακα
- Δόντια, ελαττωματικά1 φάρμακα
- Δόντια, ελαττωματικά· με λακκούβες1 φάρμακα
- Δόντια, οδοντοφυΐα4 φάρμακα
- Δόντια, προς αυτιά, κεφάλι, κ.λπ.1 φάρμακα
- Δόντια, φαγητό, βελτ.1 φάρμακα
- Δόντια, στην ακμή των ούλων4 φάρμακα
- Δόντια, στην ακμή5 φάρμακα
- Δόντια, παγωμένο νερό, βελτ.2 φάρμακα
- Δόντια, τομείς1 φάρμακα
- Δόντια, οι πόνοι εισχωρούν6 φάρμακα
- Δόντια, σφηνωμένα3 φάρμακα
- Δόντια, ξάπλωμα, επιδ.1 φάρμακα
- Δόντια, νύχτα4 φάρμακα
- Δόντια, θόρυβος, επιδ.1 φάρμακα
- Δόντια, επεμβάσεις στα1 φάρμακα
- Δόντια, εγκυμοσύνη, επιδ.4 φάρμακα
- Δόντια, τρεμούλιασμα1 φάρμακα
- Δόντια, τραχιά1 φάρμακα
- Δόντια, ευαίσθητοι κυνόδοντες1 φάρμακα
- Δόντια, λεία, σαν4 φάρμακα
- Δόντια, μαλακά1 φάρμακα
- Δόντια, ρύποι2 φάρμακα
- Δόντια, κολλώδη5 φάρμακα
- Δόντια, γλυκά, επιδ.1 φάρμακα
- Δόντια, ταρτάρος7 φάρμακα
- Δόντια, πέτρα στα1 φάρμακα
- Δόντια, προς κροτάφους1 φάρμακα
- Δόντια, σκουλήκι [[σαν να υπάρχει]]1 φάρμακα
- Οδοντοφυΐα1 φάρμακα
- Θερμοκρασία μειωμένη1 φάρμακα
- Θερμοκρασία, διακυμάνσεις της2 φάρμακα
- Θυελλώδης, δράση3 φάρμακα
- Κροτάφοι, κάψιμο4 φάρμακα
- Κροτάφοι, σφύζουν2 φάρμακα
- Κροτάφοι, μυϊκός σπασμός1 φάρμακα
- Κροτάφοι, φλέβες5 φάρμακα
- Τένοντας Αχίλλειος1 φάρμακα
- Αχίλλειος τένοντας, παθήσεις του1 φάρμακα
- Τένοντας Αχίλλειος, πόνος στον4 φάρμακα
- Τένοντες, φλεγμονή των1 φάρμακα
- Τένοντες, συσπασμένοι1 φάρμακα
- Τένοντες, τρίξιμο1 φάρμακα
- Τένοντες, τραυματισμένοι1 φάρμακα
- Τένοντες, πόνοι στους2 φάρμακα
- Τένοντες, θήκη του3 φάρμακα
- Τένοντες, τεταμένοι, βραχείς, κ.λπ.5 φάρμακα
- Τένοςμος13 φάρμακα
- Τένοςμος. Οδοντιαλγία1 φάρμακα
- Ένταση3 φάρμακα
- Τρόμος3 φάρμακα
- Όρχεις, παθήσεις των1 φάρμακα
- Όρχεις, ατροφία των1 φάρμακα
- Όρχεις, σφιξίματα1 φάρμακα
- Όρχεις, φλεγμονή2 φάρμακα
- Όρχεις, φλεγμονή, από παρωτίτιδα1 φάρμακα
- Όρχεις, νευραλγία στους· ανάσυρση τους1 φάρμακα
- Όρχεις, συστραμμένοι1 φάρμακα
- Όρχεις, πρησμένοι2 φάρμακα
- Όρχεις, σφύζουν2 φάρμακα
- Όρχις, διόγκωση του1 φάρμακα
- Όρχις, φυματίωση1 φάρμακα
- Όρχεις, παθήσεις των5 φάρμακα
- Όρχεις, παθήσεις των· υποανάπτυκτοι1 φάρμακα
- Όρχεις, σκλήρυνση των1 φάρμακα
- Όρχεις, σκλήρυνση των· πόνοι στους1 φάρμακα
- Όρχεις, φλεγμονώδεις1 φάρμακα
- Όρχεις, φλεγμονή2 φάρμακα
- Όρχεις, νευραλγία των1 φάρμακα
- Όρχεις, πόνος στους1 φάρμακα
- Όρχεις, πόνοι σε αυτούς1 φάρμακα
- Όρχεις, διόγκωση των· σκλήρυνση των1 φάρμακα
- Όρχεις, πρησμένοι1 φάρμακα
- Όρχεις, συφιλιδική διόγκωση των1 φάρμακα
- Όρχεις, φυμάτιωμα των1 φάρμακα
- Τέτανος5 φάρμακα
- Τέτανος53 φάρμακα
- Τέτανος· των νεογνών1 φάρμακα
- Τετανία3 φάρμακα
- Έκζεμα1 φάρμακα
- Ερπητικές κηλίδες4 φάρμακα
- Έκζεμα, υγρό και κνησμώδες1 φάρμακα
- Παχιά [[εκκρίματα]]6 φάρμακα
- Μηρός, πόνος1 φάρμακα
- Μηροί, πόνοι οστών1 φάρμακα
- Μηροί, σπασμένος [[σαν]]1 φάρμακα
- Μηροί, κρύο1 φάρμακα
- Μηροί, κράμπα2 φάρμακα
- Μηροί, εξωτερικοί1 φάρμακα
- Μηροί, πόνοι προς2 φάρμακα
- Μηροί, βραχείς, σαν1 φάρμακα
- Μηροί, εφίδρωση στους1 φάρμακα
- Μηροί, εφίδρωση, κρύα2 φάρμακα
- Μηροί, μυϊκοί σπασμοί1 φάρμακα
- Μηροί, αδύναμοι2 φάρμακα
- Ρευστά [[εκκρίματα]]2 φάρμακα
- Σκέψη, επιδ.1 φάρμακα
- Σκέψη, αν σκέφτεται, επιδ.4 φάρμακα
- Δίψα14 φάρμακα
- Δίψα, απουσία1 φάρμακα
- Δίψα, ρίγη, πριν από2 φάρμακα
- Δίψα, πολλή, για μεγάλες ποσότητες3 φάρμακα
- Δίψα, πολλή, για μεγάλες ποσότητες, τρώει λίγο1 φάρμακα
- Δίψα, νυχτερινή1 φάρμακα
- Αδίψτος2 φάρμακα
- Σκέψη, δύσκολη1 φάρμακα
- Εντερόβια2 φάρμακα
- Απειλή, ελκωμένη1 φάρμακα
- Λαιμός1 φάρμακα
- Λαιμός, παθήσεις του10 φάρμακα
- Λαιμός, πυρήνας μήλου, αχλάδι που πνίγει, κ.λπ.4 φάρμακα
- Λαιμός, πικρή γεύση5 φάρμακα
- Λαιμός, κάψιμο στον· παράλυση του1 φάρμακα
- Λαιμός, κάψιμο, θερμότητα3 φάρμακα
- Λαιμός, κατάρρος1 φάρμακα
- Λαιμός, κατάρροι του· σπασμός του1 φάρμακα
- Λαιμός, πνιγμός2 φάρμακα
- Λαιμός, πνιγμός, από το νερό6 φάρμακα
- Λαιμός, ρούχα, επιδ.2 φάρμακα
- Λαιμός, κρύο, επιδ.3 φάρμακα
- Λαιμός, κρύο, βελτ.2 φάρμακα
- Λαιμός, σφιγμένος, επώδυνος1 φάρμακα
- Λαιμός, συστολή του1 φάρμακα
- Λαιμός, σύσπαση του1 φάρμακα
- Λαιμός, σύρσιμο2 φάρμακα
- Λαιμός, σκούρο1 φάρμακα
- Λαιμός, κώφωση1 φάρμακα
- Λαιμός, ξηρότητα1 φάρμακα
- Λαιμός, ξηρότητα του1 φάρμακα
- Λαιμός, κόπωση, επιδ.2 φάρμακα
- Λαιμός, πλήρης1 φάρμακα
- Λαιμός, πλήρης, ομιλία, επιδ.1 φάρμακα
- Λαιμός, λαμπερό1 φάρμακα
- Λαιμός, κοκκιώδης1 φάρμακα
- Λαιμός, γκρίζο1 φάρμακα
- Λαιμός, αίσθημα τριχός· πόνος1 φάρμακα
- Λαιμός, σαν να κρέμεται κάτι4 φάρμακα
- Λαιμός, φτύνει σβώλους2 φάρμακα
- Λαιμός, κοίλος, κενός7 φάρμακα
- Λαιμός, φλεγμαίνων9 φάρμακα
- Λαιμός, αριστερά2 φάρμακα
- Λαιμός, αριστερά, το πρωί2 φάρμακα
- Λαιμός, σβώλος, μπάλα, αγκάθι2 φάρμακα
- Λαιμός, σβώλος, καυτός2 φάρμακα
- Λαιμός, σβώλος, αριστερά2 φάρμακα
- Λαιμός, σβώλος, ανεβαίνει και καταπίνεται ξανά6 φάρμακα
- Λαιμός, σβώλος, ανεβαίνει και κολλάει1 φάρμακα
- Λαιμός, κατά την έμμηνο ρύση3 φάρμακα
- Λαιμός, βλέννα στον4 φάρμακα
- Λαιμός, οσμή από1 φάρμακα
- Λαιμός, δυσώδη σβώλοι από1 φάρμακα
- Λαιμός, επώδυνος2 φάρμακα
- Λαιμός, παράλυση5 φάρμακα
- Λαιμός, πίεση προς1 φάρμακα
- Λαιμός, πρησμένος2 φάρμακα
- Λαιμός, κόκκινο, εξωτερικά2 φάρμακα
- Λαιμός, ανάβαση στον1 φάρμακα
- Λαιμός, ξύσιμο, τραχύτητα1 φάρμακα
- Λαιμός, πλευρά, αριστερά1 φάρμακα
- Λαιμός, πλευρά, αριστερά, κρύα ποτά, επιδ.5 φάρμακα
- Λαιμός, πλευρά, αριστερά, κρύα ποτά, βελτ.2 φάρμακα
- Λαιμός, πλευρά, αριστερά προς δεξιά3 φάρμακα
- Λαιμός, πλευρά, δεξιά1 φάρμακα
- Λαιμός, πλευρά, δεξιά, κρύα ποτά, βελτ.4 φάρμακα
- Λαιμός, πλευρά, δεξιά, ζεστά ποτά, βελτ.2 φάρμακα
- Λαιμός, πλευρά, δεξιά προς αριστερά3 φάρμακα
- Λαιμός, κάπνισμα, επιδ.1 φάρμακα
- Λαιμός, υγρός1 φάρμακα
- Λαιμός, πόνος στον62 φάρμακα
- Λαιμός, πληγές ελκωμένες1 φάρμακα
- Λαιμός, πονόλαιμος· καταρροϊκός1 φάρμακα
- Λαιμός, πόνος· διφθεριτικός· ερπητικός· κοκκώδης1 φάρμακα
- Λαιμός, πονόλαιμος· ξηρός1 φάρμακα
- Λαιμός, πόνος στον· αίσθηση ψαροκόκαλου1 φάρμακα
- Λαιμός, πόνος· βλέννα1 φάρμακα
- Λαιμός, πόνος του1 φάρμακα
- Λαιμός, πόνος του (v)1 φάρμακα
- Λαιμός, ομιλία, επιδ.8 φάρμακα
- Λαιμός, ομιλία, βελτ.1 φάρμακα
- Λαιμός, σπλήνα, αγκάθι, κ.λπ.3 φάρμακα
- Λαιμός, σημείο σε1 φάρμακα
- Λαιμός, σημείο σε, αριστερά, από βήχα4 φάρμακα
- Λαιμός, σημείο σε, δεξιά, από βήχα3 φάρμακα
- Λαιμός, σαν αγκάθι2 φάρμακα
- Λαιμός, δυσκαμψία1 φάρμακα
- Λαιμός, κατάποση στερεών, βελτ.1 φάρμακα
- Λαιμός, γλυκά, επιδ.3 φάρμακα
- Λαιμός, γεύση σε2 φάρμακα
- Λαιμός, ελκωμένος1 φάρμακα
- Λαιμός, έλκωση2 φάρμακα
- Λαιμός, ατμός σε1 φάρμακα
- Λαιμός, δέρμα σαν τσαλαρωμένο (σαν δέρμα γαντιού)1 φάρμακα
- Λαιμός, αδύναμος2 φάρμακα
- Λαιμός, χειμώνας, επιδ.1 φάρμακα
- Κώφωση από λαιμό (s)1 φάρμακα
- Λαιμοκοπής3 φάρμακα
- Θρόμβωση2 φάρμακα
- Ρίχνει πράγματα4 φάρμακα
- Θυρεοειδής, έμμηνος ρύση, πριν, επιδ.1 φάρμακα
- Κνήμη, κάψιμο στην1 φάρμακα
- Κνήμη, πόνος στην4 φάρμακα
- Κνήμη, άλγοι στην1 φάρμακα
- Κνήμες1 φάρμακα
- Κνήμες, όζοι1 φάρμακα
- Κνήμες, πόνοι στις6 φάρμακα
- Κνήμες, σύφιλη3 φάρμακα
- Τικ2 φάρμακα
- Τικ κονβουλσίφ2 φάρμακα
- Νευραλγία τριδύμου8 φάρμακα
- Ευαισθησία στο γαργάλισμα1 φάρμακα
- Σφιξίμο1 φάρμακα
- Σφιξίμο, σε όλο το σώμα1 φάρμακα
- Δειλία2 φάρμακα
- Tinea του τριχωτού της κεφαλής3 φάρμακα
- Tinea του τριχωτού της κεφαλής και του προσώπου1 φάρμακα
- Tinea των βλεφαρίδων2 φάρμακα
- Tinea πολύχρωμη1 φάρμακα
- Μυρμήγκιασμα2 φάρμακα
- Βοητός18 φάρμακα
- Βοή στα αυτιά3 φάρμακα
- Καπνός, επίδραση του1 φάρμακα
- Καπνός, επιδράσεις του7 φάρμακα
- Καπνός, δυσανεξία1 φάρμακα
- Συνήθεια του καπνού9 φάρμακα
- Καρδιά καπνιστού2 φάρμακα
- Νύχια ποδιών, παθήσεις των1 φάρμακα
- Παρωνύχια, εμφυτευμένο νύχι1 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, παθήσεις των1 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, σπασμένα [[σαν]]1 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, τραβηγμένα προς τα κάτω3 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, τραβηγμένα προς τα πάνω1 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, γυαλιστερά1 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, ουρική αρθρίτιδα1 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, φλεγμονή1 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, φλεγμονή, μεγάλο1 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, μουδιασμένα, πρώτο3 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, κόκκινα1 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, πρησμένα (μεγάλο)1 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, από τους μηρούς έως τα2 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, άκρες1 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, άκρες, φλύκταινες1 φάρμακα
- Δάχτυλα ποδιών, τρέμουλο2 φάρμακα
- Γλώσσα, επιχρίσματα5 φάρμακα
- Γλώσσα ελκωμένη7 φάρμακα
- Γλώσσα, παθήσεις της17 φάρμακα
- Γλώσσα, παθήσεις της (s) (v)· γεωγραφική (v)1 φάρμακα
- Γλώσσα, παθήσεις της· παράλυση της1 φάρμακα
- Γλώσσα, παθήσεις της· ψωρίαση της1 φάρμακα
- Γλώσσα, παθήσεις της· πρήξιμο της2 φάρμακα
- Γλώσσα, άφθες2 φάρμακα
- Γλώσσα, δαγκώνει τη2 φάρμακα
- Γλώσσα, δήγματός της1 φάρμακα
- Γλώσσα, μαύρη, μπλε κ.λπ.4 φάρμακα
- Γλώσσα, φουσκάλες· λευκή επιδερμίδα· βαριά1 φάρμακα
- Γλώσσα, κυανή1 φάρμακα
- Γλώσσα, πλατιά2 φάρμακα
- Γλώσσα, κάψιμο στη1 φάρμακα
- Γλώσσα, κάψιμο, άκρη1 φάρμακα
- Γλώσσα, καμένη [[σαν]]7 φάρμακα
- Γλώσσα, καμένη, άκρη [[σαν]]1 φάρμακα
- Γλώσσα, καρκίνος της2 φάρμακα
- Γλώσσα, πιάνεται στα δόντια1 φάρμακα
- Γλώσσα, κέντρο, προς τα κάτω3 φάρμακα
- Γλώσσα, επιμεμένη, στη μία πλευρά1 φάρμακα
- Γλώσσα, επιγεφυμένη· κράμπες στη1 φάρμακα
- Γλώσσα, επιβεβλημένη· ξερασμένη1 φάρμακα
- Γλώσσα, κρύα1 φάρμακα
- Γλώσσα, ραγισμένη3 φάρμακα
- Γλώσσα, ραγισμένο κέντρο2 φάρμακα
- Γλώσσα, ραγισμένη, ελκωμένη1 φάρμακα
- Γλώσσα, κράμπες στη· πρήξιμο της1 φάρμακα
- Γλώσσα, σύρσιμο1 φάρμακα
- Γλώσσα, βρώμικη3 φάρμακα
- Γλώσσα, στιγμάτων4 φάρμακα
- Γλώσσα, εξάνθημα σε1 φάρμακα
- Γλώσσα, εξάνθημα σε· βαριά1 φάρμακα
- Γλώσσα, με λεπτή μεμβράνη1 φάρμακα
- Γλώσσα, χαλαρή1 φάρμακα
- Γλώσσα, τριχωτή [[σαν]]1 φάρμακα
- Γλώσσα, γκρίζα1 φάρμακα
- Γλώσσα, πράσινη στη βάση2 φάρμακα
- Γλώσσα, πράσινη, κίτρινη, στη βάση1 φάρμακα
- Γλώσσα, τρίχα σε [[σαν]]4 φάρμακα
- Γλώσσα, βαριά2 φάρμακα
- Γλώσσα, σκληρή1 φάρμακα
- Γλώσσα, σκληρύνσεις1 φάρμακα
- Γλώσσα, φλεγμονή της1 φάρμακα
- Γλώσσα, φλεγμονή της· καρκίνος της1 φάρμακα
- Γλώσσα, γεωγραφική1 φάρμακα
- Γλώσσα, νευραλγία1 φάρμακα
- Γλώσσα, νευραλγία της2 φάρμακα
- Γλώσσα, όζοι επί της1 φάρμακα
- Γλώσσα, μουδιασμένη1 φάρμακα
- Γλώσσα, μούδιασμα της1 φάρμακα
- Γλώσσα, οίδημα της· έλκωση της1 φάρμακα
- Γλώσσα, ελαιώδης1 φάρμακα
- Γλώσσα, επώδυνη4 φάρμακα
- Γλώσσα, επώδυνη, άκρη1 φάρμακα
- Γλώσσα, ουρανίσκος, κολλάει σε2 φάρμακα
- Γλώσσα, παράλυση της12 φάρμακα
- Γλώσσα, παράλυση της· διόγκωση της1 φάρμακα
- Γλώσσα, με κηλίδες1 φάρμακα
- Γλώσσα, με κηλίδες2 φάρμακα
- Γλώσσα, απολέπιση, γεωγραφική1 φάρμακα
- Γλώσσα, μυτερή1 φάρμακα
- Γλώσσα, προεξέχουσα1 φάρμακα
- Γλώσσα, σκασμένη3 φάρμακα
- Γλώσσα, κόκκινη, φλογερή2 φάρμακα
- Γλώσσα, κόκκινη, τρίγωνο στην άκρη3 φάρμακα
- Γλώσσα, ερυσίπελας της· κάψιμο1 φάρμακα
- Γλώσσα, ρίζα2 φάρμακα
- Γλώσσα, τραχύτητα της· μυρμήγκιασμα πάνω της1 φάρμακα
- Γλώσσα, αμμώδης1 φάρμακα
- Γλώσσα, απώλεια ευαισθησίας1 φάρμακα
- Γλώσσα, ζαρωμένη1 φάρμακα
- Γλώσσα, ζαρωμένη· πρησμένη1 φάρμακα
- Γλώσσα, βλενκώδης1 φάρμακα
- Γλώσσα, λεία, γυαλιστερή3 φάρμακα
- Γλώσσα, πληγή στη2 φάρμακα
- Γλώσσα, τραύλισμα της1 φάρμακα
- Γλώσσα, σπασμός της1 φάρμακα
- Γλώσσα, δυσκαμπής5 φάρμακα
- Γλώσσα, δυσκαμψία της1 φάρμακα
- Γλώσσα, φραουλιά2 φάρμακα
- Γλώσσα, φραουλιά; πρησμένη1 φάρμακα
- Γλώσσα, λωρίδα, πλαταίνει προς την άκρη1 φάρμακα
- Γλώσσα, πρησμένη1 φάρμακα
- Γλώσσα, πρήξιμο4 φάρμακα
- Γλώσσα, πρησμένη· ελκωμένη1 φάρμακα
- Γλώσσα, πάχυνση της1 φάρμακα
- Γλώσσα, μυρμήγκιασμα1 φάρμακα
- Γλώσσα, άκρη1 φάρμακα
- Γλώσσα, έλκος, άκρο, σε2 φάρμακα
- Γλώσσα, έλκος, άκρο, σε, δεξιό2 φάρμακα
- Γλώσσα, έλκωση της2 φάρμακα
- Γλώσσα, έλκη· δάγκωμα1 φάρμακα
- Γλώσσα, έλκη1 φάρμακα
- Γλώσσα, φυσαλίδες κάτω από1 φάρμακα
- Γλώσσα, φυσαλίδες, άκρο2 φάρμακα
- Γλώσσα, φυσαλίδες, άκρη4 φάρμακα
- Γλώσσα, αδύναμη3 φάρμακα
- Γλώσσα, λευκή στη βάση3 φάρμακα
- Γλώσσα, ασβεστωμένη [[επικαλυμμένη σαν]]1 φάρμακα
- Γλώσσα, ρυτιδωμένη1 φάρμακα
- Γλώσσα, κίτρινη1 φάρμακα
- Γλώσσα, κίτρινη, στη βάση4 φάρμακα
- Αμυγδαλίτιδα10 φάρμακα
- Αμυγδαλίτιδα, σηπτική1 φάρμακα
- Αμυγδαλές, καμηλόδερμα, δέρμα, δερμάτινο γάντι πλύσης κ.λπ.2 φάρμακα
- Αμυγδαλές, χρόνια υπερτροφία των1 φάρμακα
- Αμυγδαλές, χρονιότητα7 φάρμακα
- Αμυγδαλές, αποτιτανώσεις στις1 φάρμακα
- Αμυγδαλές, διόγκωση5 φάρμακα
- Αμυγδαλές, διευρυμένες· φλεγμονώδεις1 φάρμακα
- Αμυγδαλές, δυσοσμία5 φάρμακα
- Αμυγδαλές, γυαλίζουν1 φάρμακα
- Αμυγδαλές, γκρίζες2 φάρμακα
- Αμυγδαλές, σκληρές2 φάρμακα
- Αμυγδαλές, έμμηνος ρύση, κατά, επιδ.1 φάρμακα
- Αμυγδαλές, κόκκινες, φωτεινές3 φάρμακα
- Αμυγδαλές, κόκκινες, σκούρες4 φάρμακα
- Αμυγδαλές, διόγκωση των1 φάρμακα
- Αμυγδαλές, πρησμένες1 φάρμακα
- Αμυγδαλές, σφυγμική παλμό2 φάρμακα
- Αμυγδαλές, έλκη, πίσω2 φάρμακα
- Αμυγδαλές, έλκη, βαθιά1 φάρμακα
- Οδονταλγία93 φάρμακα
- Οδονταλγία (s)1 φάρμακα
- Μεθυσμένοι2 φάρμακα
- Αποσπασμένος [[εσωτερική αίσθηση]]1 φάρμακα
- Νωθρός2 φάρμακα
- Σφιγμός του αυχένα1 φάρμακα
- Ανακάτεμα2 φάρμακα
- Αφή [[επιδ.]]1 φάρμακα
- Αφή, επιδ., ισχυρή πίεση, βελτ.4 φάρμακα
- Αφή, βελτ.3 φάρμακα
- Αφή, μεταξύ τους, επιδ. [[μερών, δακτύλων κ.λπ.]]2 φάρμακα
- Αφή, αίσθηση της, διαταραγμένη1 φάρμακα
- Ευερέθιστος6 φάρμακα
- Ταξιδιώτες1 φάρμακα
- Ανακατεμένος1 φάρμακα
- Τραχεία1 φάρμακα
- Τραχεία, παθήσεις της8 φάρμακα
- Τραχεία, ξηρότητα της1 φάρμακα
- Τραχεία, ερεθισμός στην1 φάρμακα
- Τραχεία, ερεθισμός της2 φάρμακα
- Τραχεία, βλέννη στην1 φάρμακα
- Τραχεία, πόνος στην2 φάρμακα
- Τραχεία, γαργάλημα στην2 φάρμακα
- Τραχώμα4 φάρμακα
- Τραύμα2 φάρμακα
- Τραυματικός πυρετός6 φάρμακα
- Τραυματισμός2 φάρμακα
- Ταξίδι, επιπτώσεις του2 φάρμακα
- Τρέμουλο, παραλήρημα, με8 φάρμακα
- Τρόμος, κατεύθυνση, προς τα κάτω2 φάρμακα
- Τρόμος, κατεύθυνση, προς τα πάνω2 φάρμακα
- Τρόμος, εσωτερικός3 φάρμακα
- Τρόμος, νευρικός5 φάρμακα
- Τρέμουλο, ρίγος8 φάρμακα
- Τρόμος, γηρατειών2 φάρμακα
- Τρόμος, σπασμωδικός2 φάρμακα
- Τρόμος, με εφίδρωση1 φάρμακα
- Τρόμος, από αδυναμία3 φάρμακα
- Τρόμος1 φάρμακα
- Τρέμουλα6 φάρμακα
- Τρόμοι (s)1 φάρμακα
- Τρόμοι, υδραργυρικοί1 φάρμακα
- Στοματίτιδα του τάφρου1 φάρμακα
- Τριχίαση2 φάρμακα
- Σταγόνιση4 φάρμακα
- Παράλυση τριδύμου νεύρου1 φάρμακα
- Μικροπράγματα2 φάρμακα
- Τρισμός14 φάρμακα
- Σωλήνας, μεταλλικός [[αναπνέει σαν μέσα από]]1 φάρμακα
- Φυματιώδης διάρροια1 φάρμακα
- Φυματίωση19 φάρμακα
- Φυματίωση, αρχόμενη2 φάρμακα
- Όγκοι, στυτικοί1 φάρμακα
- Όγκος1 φάρμακα
- Όγκος μαστού1 φάρμακα
- Όγκοι39 φάρμακα
- Όγκοι του μαστού1 φάρμακα
- Όγκοι· στυτικοί· πολυποδώδεις· καρκινώδεις1 φάρμακα
- Όγκοι· ταρσιακοί1 φάρμακα
- Αναποδογύρισμα, σηκώνεται για2 φάρμακα
- Αναποδογύρισμα, περιστροφή [[επιδ.]]1 φάρμακα
- Τρεμεντίνα, αποτελέσματα της1 φάρμακα
- Σούρουπο, επιδ2 φάρμακα
- Σπασμωδικές κινήσεις1 φάρμακα
- Σπασμωδικές συσπάσεις2 φάρμακα
- Δύο π.μ1 φάρμακα
- Τυμπανία5 φάρμακα
- Τυμπανίτιδα3 φάρμακα
- Τυμπανικό, κάψιμο1 φάρμακα
- Τυμπανία2 φάρμακα
- Τυφλίτιδα1 φάρμακα
- Τυφλίτιδα6 φάρμακα
- Τυφο-ελονοσιακός πυρετός1 φάρμακα
- Τυφοειδής πυρετός20 φάρμακα
- Τυφοειδής πυρετός22 φάρμακα
- Τυφοειδής πυρετός, διακοπτόμενος2 φάρμακα
- Τυφοειδής πυρετός, αιμορραγία σε2 φάρμακα
- Τυφοειδής πυρετός, έλλειψη ανάρρωσης μετά1 φάρμακα
- Τύφος15 φάρμακα
- Τυφοειδής πυρετός8 φάρμακα
- Τυφοειδής πυρετός (v)1 φάρμακα